Πένα σα μαχαίρι

Με πόνεσες πολύ, κι αν ψάχνεις το γιατί

η αγάπη σου δεν ήτανε κι ας έμοιαζε γιορτή.

Γελάω στη σιωπή, σε πίστεψα πολύ,

αυτό δεν ήταν καλοκαίρι ήταν πληγή.

Είναι που φεύγουν κι έρχονται

ονόματα και πρόσωπα,

θαύματα που δεν γιάτρεψαν κανένα.

Όμως κανείς δε μπόρεσε

τη θλίψη μου δεν χώρεσε,

γι' αυτό και τριγυρίζω λυπημένα.

Αφέθηκα πολύ, σ' αυτά που μου 'χες πει

η αγάπη σου όμως ήτανε μιας νύχτας γιασεμί.

Παρασκευή πρωί, σου γράφω βιαστική

κι αφήνω υστερόγραφο το πιο γλυκό φιλί...

Η κακή μέρα...

Λένε πως η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται, η κακή όμως από πότε;

Ένα παρολίγο τρακάρισμα το πρωί ήταν ικανό τελικά για να μου χαλάσει όλη την υπόλοιπη ημέρα.

Μια μέρα με φορτωμένο πρόγραμμα που ακροβάτησε ανάμεσα σε κατόψεις, προϋπολογισμούς, δημοπρασίες, αποτυπώσεις, πολεοδομία και εφορία αρχαιοτήτων.

Μια μέρα δύσκολη, κουραστική, με εντάσεις και νεύρα. Πολλά νεύρα. Τόσα νεύρα που κάποια στιγμή δεν ήξερα πια ούτε την αφετηρία τους μα ούτε και τον προορισμό τους.

Λένε πως η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται και η κακή επίσης θα σου πω εγώ και για να ξεστραβώσει χρειάζεται πάντα να μεσολαβήσει μια νύχτα.

Επιστροφή

Μέσα στο πλοίο της επιστροφής, πετούσα για λίγο ακόμη την ψυχή μου ψηλά σαν το χαρταετό κι έκανα κόντρες με τους γλάρους.

Μόλις, όμως έφτασα στο λιμάνι, ένιωσα σαν κάτι να με πνίγει, σαν κάτι να με βαραίνει λες και μετέφερα βαριές αποσκευές, γεμάτες με βότσαλα...

Στο καλοκαίρι αυτό που ετοιμάζεται να φύγει, ταξίδεψα, διασκέδασα, έκανα γνωριμίες, σχέσεις ερωτικές. Όμως, ότι έζησα αυτό το καλοκαίρι νιώθω πως έγινε βιαστικά, κάπως τηλεγραφικά. Εντελώς περιληπτικά.

Έμοιαζε περισσότερο κάτι σαν ... μικρές σημειώσεις ζωής.

Κι από αύριο, και κάθε αύριο, όταν το ρολόι θα δείχνει 6:30 π.μ. θα φέρνει για μένα ένα ακόμη πρωινό σαν όλα τ' άλλα που ζει κανείς σε μια απρόσωπη πόλη, ρουτινιάρικο, εκνευριστικό κι αδιάφορο...

Μονάχα εσύ, εγώ κι θάλασσα...

Ο ήλιος ετοιμάζεται να βυθιστεί στην άκρη ενός γαλάζιου τοπίου σηματοδοτώντας το τέλος μιας ακόμη ζεστής καλοκαιρινής μέρας.

Η ακρογιαλιά μικρή, γεμάτη με γυαλιστερά βότσαλα, ξεραμένα φύκια και πολύχρωμα κοχύλια.

Τα βράχια ψηλά κι απόκρημνα προστατεύουν την μικρή αυτή παραλία καθρεφτίζοντας το είδωλο τους στα γκριζοπράσινα νερά.

Εκατοντάδες γλαροπούλια έχουν αράξει στα βράχια, λες και περιμένουν ένα σινιάλο του ήλιου λίγο πριν σβήσει για να σηκώσουν τα τελευταία όνειρα της μέρας στον ουρανό. Τα όνειρα των βράχων. Τα όνειρα των γλάρων. Τα όνειρα των ανθρώπων, που τα εμπιστεύτηκαν στις φτερούγες των γλάρων. Όνειρα μικρά και μεγάλα. Όνειρα ποτισμένα με την αλμύρα της θάλασσας.

Η θάλασσα είναι ήσυχη αυτό το σούρουπο, κι εγώ με τα πόδια μου γυμνά ανάμεσα στο σύνορο της θάλασσας και της στεριάς ονειρεύομαι. Ονειρεύομαι πως έρχεται ένα μικρό καραβάκι για να με πάρει και να με πάει μακριά. Να μας πάει μακριά. Εσένα κι εμένα!

Τι παράξενο; Την ώρα αυτή που το φως ετοιμάζεται ν' ανταμώσει το σκοτάδι να έρχεσαι στην σκέψη μου εσύ! Ένα πρόσωπο που ποτέ μου δεν γνώρισα, μια φωνή που ποτέ μου δεν άκουσα και το χρώμα των ματιών σου που ποτέ μου δεν αντίκρισα. Κι όμως νιώθω πως σε γνωρίζω, πως κάποτε τα βλέμματα μας συναντήθηκαν βιαστικά σε κάποιο αντιφέγγισμα μοναξιάς...

Είμαι εδώ κι ονειρεύομαι ένα ταξίδι μαζί σου! Ένα ταξίδι στο πέλαγος δίχως ρότα και κουπιά.

Λένε πως τα όμορφα πράγματα στη ζωή μας γίνονται έτσι ξαφνικά...

Είσαι για ένα ταξίδι στ' ανοιχτά; Είσαι για ένα ρίσκο μαζί μου;

Να φύγουμε για ένα μεγάλο ταξίδι, δίχως προορισμό. Δίχως χάρτες. Θα ταξιδεύουμαι, μέχρι ν' αλλάξουμε τον ορίζοντα της ψυχής μας. Μέχρι ν' ανακαλύψουμε το τοπίο που μας ταιριάζει. Μέχρι να μάθουμε να λέμε καλημέρα στη ζωή.

Είσαι;

Θέλω μονάχα να μου υποσχεθείς πως δεν θα πάρεις μαζί σου μετεωρολογικό δελτίο. Πως δεν θα 'χεις μαζί σου προμήθειες και αποσκευές. Θα δέσουμε την άγκυρα μας στα φτερά των γλάρων και θα ορίσουμε για οδηγό μας το πιο τρελό δελφίνι.

Κι εγώ, σου υπόσχομαι να σου χαρίσω όλο το φως του ήλιου. Όλο το γαλάζιο του πελάγους. Όλο το ροζ του δειλινού. Κι αν είσαι κουρασμένος, θα σου κάνω και όσο χώρο χρειαστείς στην ψυχή μου για να ξεκουραστείς.

Είσαι;

Είμαι εδώ και σου φωνάζω μ' όλη τη δύναμη της ψυχής μου...

Ξαφνικά ένα κοπάδι από γλάρους πέταξε γρήγορα από τα βράχια προς το πέλαγος. Ένα σύννεφο από λευκές φτερούγες. Σαν λυγμός καλοκαιριάτικου αγέρα. Σαν πλανερή απόκλιση του γαλάζιου. Σαν τρελό, άπιαστο όνειρο. Το δικό μου όνειρο...

Ο ήλιος έχει κρυφτεί. Κι θάλασσα κοντά στα βράχια, έχει πάρει τώρα ένα χρώμα σκούρο γαλάζιο σαν σμαραγδί. Πιο πέρα, μακριά, κάτω από τις φτερούγες των γλάρων γίνεται τριανταφυλλί. Ένα απαλό βουρκωμένο τριανταφυλλί. Σαν φιλί αποχαιρετισμού...


Κάπου εδώ, φίλε αναγώστη, θα σου ευχηθώ να έχεις ένα όμορφο καλοκαίρι!!!

Όσο για μένα, θα είμαι κρυμμένος στα βάθη των ωκεανών αναζητώντας το πιο σπάνιο κοράλι. Περίμενε με. Θα 'ρθω να στο φέρω....

το ταξίδι της καρδιάς

Αυτή τη φορά η καρδιά μου ταξιδεύει

με μια θεία φωνή και μια θεία μουσική.

Αλλά αλήθεια για πού το 'βαλε;

Πόσο θα 'θελε ν' ακολουθήσει τα

βήματα της μουσικής.

Πόσες καρδιές σαν τη δική μου

αποζητούν ένα μαγικό ταξίδι

που δεν μπορούν να κάνουν;

Ένα δάκρυ θολώνει τα μάτια μου.

Για τα τόσα που θα΄θελα,

για τα τόσα που θέλω να κάνω

και μένουν όνειρα και επιθυμίες.

Θέλω ν' ανοίξω τα πανιά μου

και ν' αφήσω την καρδιά μου

να μ' οδηγήσει όπου αυτή θέλει,

όπου αυτή νοιώθει καλά,

σ' αγάπες, σε λιμάνια, στην αγκαλιά του κύματος,

στο χάδι του νοτιά.

Μια ανάσα ζωής καρδιά μου...

ένα πολύχρωμο μπαλόνι

Είναι μερικές φορές που όλος ο κόσμος
γίνεται ένα πολύχρωμο μπαλόνι στα χέρια σου.
Το πετάς ψηλά κι ύστερα ανοίγεις την
αγκαλιά σου και το πιάνεις.
Ένα πολύχρωμο μπαλόνι. Δικό σου.
Μόνο δικό σου.
Να το πετάς, να το κοιτάς, να το περιεργάζεσαι...
Είναι πράγματι μερικές φορές...
Κι κρατάνε τόσο λίγο...

eurovision memories

Διανύουμε εβδομάδα Eurovision και σκέφτηκα να κάνω μια μικρή αναφορά σε μερικές από τις πιο αγαπημένες μου συμμετοχές.

http://

1987 και η Αλέξια είχε εκπροσωπήσει την Κύπρο με το τραγούδι Άσπρο Μαύρο. Ένα τραγούδι το οποίο ως παιδί μου άρεσε πολύ και θυμάμαι να το έχω ακούσει αμέτρητες φορές τότε από εκείνη την κασέτα.


http://

1994 και η Frances Ruffelle είχε εκπροσωπήσει το Ηνωμένο Βασίλειο με το τραγούδι We will be free. To τραγούδι αυτό τη χρονιά εκείνη είχε ακουστεί αρκετά στο ραδιόφωνο καθώς και στα εφηβικά πάρτυ. Υπό τους ήχους αυτού του τραγουδιού θυμάμαι πως σε κάποιο από εκείνα τα πάρτυ είχα πάρει το φιλί που αποζητούσα καιρό κι ας ήταν με τον πιο ανορθόδοξο τρόπο.

http://

1996 και η Gina G εκπροσωπήσει το Ηνωμένο Βασίλειο με το τραγούδι Οoh aah... just a little bit. Το καλοκαίρι εκείνο το τραγούδι αυτό το είχα χορέψει αρκετές φορές στα club και συγκεκριμένα κάποιο βράδυ θυμάμαι πως στο ρυθμό αυτού του τραγουδιού μου έκανε στριπτίζ ένας πολύ γνωστός blogger.





2004 και η Lisa Andreas είχε εκπροσωπήσει την Κύπρο με το τραγούδι Stroger every minute. Την χρονιά εκείνη κάνω την θητεία μου στο ναυτικό και συγκεκριμένα στα Χανιά. Έχοντας τα κλειδιά του καρέ των αξιωματικών το ανοίγω και μπαίνει ένα ολόκληρο στρατόπεδο για να παρακολουθήσει τον διαγωνισμό. Την βραδυά εκείνη θα την θυμάμαι πάντα γιατί δεν έχω γελάσει περισσότερο παρακολουθώντας Eurovision.

Θα την θυμάμαι όμως εκείνη τη βραδυά και για το συγκεκριμένο τραγούδι το οποίο λίγους μήνες αργότερα θα σημάδευε έναν χωρισμό...

ενός λεπτού φιλί

Έλα μαζί μου απόψε,

έχω καιρό που στο ζητάω,

το βλέπεις, το νοιώθεις,

να τρέξουμε, να χορέψουμε,

να καούμε έστω και νοερά αλλά,

με όλη τη δύναμη της ψυχής μας.

Το ξέρεις πως δε χωράω σε μια ζωή χωρίς εσένα.

Το ξέρω πως σε κούρασα, σε πίκρανα,

σου 'δωσα ελπίδες, στις πήρα πίσω

και πάλι απ' την αρχή...

Έλα ας κρατήσουμε ενός λεπτού φιλί.

Ενός λεπτού φιλί που ο καθένας θα χωρέσει

ότι πιο δυνατό έζησε κοντά στον άλλον.

Και μετά αυτό το πληγωμένο πουλί

η αγάπη μας, αγάπη μου,

ας βρούμε τρόπους να βρει φτερά να ξαναπετάξει.

Απόψε και κάθε απόψε, κράτα με.




οι φόβοι του μεσημεριού

Δεν ξέρω πώς, δεν ξέρω γιατί, μα πράγματα στη ζωή μας που πάντα μας ακολουθούν, όσο παλιά και να 'ναι επιστρέφουν σαν φλασάκια και μας χτυπούν τρυφερά στον ώμο. Δεν είναι έρωτες, φίλοι, άνθρωποι που κάτι τους δώσαμε, κάτι μας έδωσαν σε κάποια χρονική περίοδο της ζωή μας. Είναι κυρίως πράγματα που ακούσαμε, που είδαμε ή χαϊδέψαμε με το βλέμμα μας, που μας άνοιξαν δρόμους για σκέψεις ωριμότερες, που μας έκαναν πιο στοχαστικούς, λυτρωτικά μοναχικούς, όταν το είχαμε ανάγκη, που μας προκάλεσαν αβίαστα το γέλιο ή το δάκρυ.

Για πολλά πράγματα πάντα υπάρχει ένα τέλος. Γι' αυτά όμως που επιστρέφουν πολλές φορές και μας χτυπούν στον ώμο, το τέλος δεν έρχεται ποτέ γιατί όλα αυτά είμαστε εμείς, είμαστε ο ευατός μας ...

Ίσαλος γραμμή

Η βαριά μυρωδιά του τσιγάρου, το άρωμα της συμπηκνωμένης ανθρωπίλας μ' έκαναν να θέλω να βγω, ν' ανασάνω καθαρό αέρα. Έξω στο μπαλκόνι, ο αέρας φρέσκος, το φεγγάρι λαμπρό και η νύχτα ζεστή.

Μια ζεστή ανοιξιάτικη νύχτα.

Στο βάθος φαινόταν το λιμάνι φωταγωγημένο, η θάλασσα ήσυχη κι ο ουρανός το ίδιο.
Το φεγγάρι γεμάτο, ανάμεσα στη θάλασσα και τον ουρανό να τους παρηγορεί για την αμοιβαία μοναξιά τους.
Κι εγώ όρθιος ακουμπισμένος πάνω στην κουπαστή του μπαλκονιού να χαζεύω το λιμάνι.
Εκείνο το βράδυ όλα έμοιαζαν σαν υπνωτισμένα, χωρίς ούτε ένα αεράκι να φυσά απ' τη μεριά του κόλπου, λες κι η θάλασσα σταμάτησε ν' ανασαίνει.
Δεν ξέρω πόση ώρα έμεινα ακουμπισμένος στην κουπαστή, όμως κάποια στιγμή ένιωσα ότι κάποιος με κοιτούσε. Γύρισα το βλέμμα μου και είδα έναν άντρα να με κοιτάζει από την άλλη άκρη του μπαλκονιού.
Τριανταέξι; Τριανταεπτά; όχι πάντως πάνω από σαράντα, όχι πάνω από ένα ογδόντα, όχι πάνω από ενενήντα κιλά, μαλλιά καστανά και πρόσωπο αξύριστο.
Η απόσταση ανάμεσα μας περίπου έξι μέτρα.

- Ζεστή βραδιά, απόψε μου είπε.
- Όντως, του απάντησα.

Μετά απ' αυτή τη σύντομη κουβέντα μας, έμεινε εκεί να με κοιτάζει. Έπειτα έβγαλε ένα πακέτο τσιγάρα από την τσέπη του, πήρε ένα τσιγάρο και το έβαλε στο στόμα του. Το άναψε κι ένα μικρό σύννεφο καπνού βγήκε από τα χείλη του. Με πλησίασε και άπλωσε το χέρι του με το πακέτο προς το μέρος μου, προσφέροντας μου ένα τσιγάρο.
- Δεν καπνίζω, του είπα.
Τότε ήταν που πρόσεξα τα μάτια του. Δυο μάτια μάυρα, λες κι ήταν γεμάτα μαύρα πουλιά, έτοιμα να πετάξουν. Δυο μάτια που σε προσκαλούσαν να ταξιδέψεις μαζί τους.

- Δεν συστηθήκαμε, ποιο είναι τ' όνομα σου;
- Νίκος, μου είπε και μου χαμογέλασε δίνοντας μου το χέρι του.
- Εγώ είμαι ο Κωνσταντίνος.

Ήταν αρκετά πιο γοητευτικός όταν μου χαμογέλασε, κι αυτό τον έκανε να φαίνεται πιο μικρός απ' ότι μου είχε φανεί στην αρχή.

Η υπόλοιπη βραδυά μας βρήκε να καθόμαστε στο μπαλκόνι, να συζητάμε και να πίνουμε στην υγειά του θείου Τζακ, αγνοώντας το πάρτυ που γινότανε μέσα στο διαμέρισμα.
- Πάμε κάνουμε μια βόλτα στο λιμάνι; μου είπε αυθόρμητα. Δέχτηκα.

Φτάσαμε στον πλατύ παραλιακό πεζόδρομο. Η θάλασσα λαμπύριζε στο φως του φεγγαριού. Στο βάθος, το πέλαγος ήταν γεμάτο από φωτισμένα καράβια, που αντανακλούσαν τα φώτα τους στο νερό. Η φωτισμένη πόλη στα δεξιά μας ήταν πανέμορφη.
Αρχίσαμε τότε να περπατάμε και να λέμε ότι μας ερχόταν στο μυαλό μας και γελούσαμε. Δεν λέγαμε κάτι σπουδαίο απλά περπατούσαμε και συζητάγαμε για τις καθημερινές μας συνήθειες, για τη δουλειά μας για την ζωή μας γενικότερα. Δεν προσπαθούσαμε να λύσουμε κανένα πρόβλημα που μας απασχολούσε, απλά περπατάγαμε.
Χαμόγελα, βλέμματα και μικρές σιωπές κάτω από έναν έναστρο ουρανό.

Οι προβολείς των αυτοκινήτων στα δεξιά μας γλιστρούσαν σαν λαμπερά ποτάμια από τη μια συστάδα των φώτων εώς την άλλη. Μια υπόκωφη βουή κρεμόταν πάνω από την πόλη, εκείνο το βράδυ.

Συνεχίσαμε να περπατάμε και να συζητάμε, μόνο που κάποιες στιγμές ένιωθα πως ο Νίκος κάρφωνε τα μάτια του στα δικά μου δίχως φανερό λόγο. Σαν να γύρευε κάτι. Αυτό μου δημιούργησε ένα παράξενο συναίσθημα ανίσχυρης μοναξιάς. Σκέφτηκα πως ίσως ήθελε κάτι να μου πει, κάτι που δεν έβρισκε τρόπο να το πει, κάτι πιο βαθύ από τα λόγια.
Σύντομα μου ζήτησε να καθήσουμε στην αποβάθρα του λιμανιού. Τότε άρχισε να γίνεται περισσότερο εξομολογητικός μαζί μου. Άρχισε να μου μιλά για το παρελθόν του, κάτι για το οποίο μέχρι εκείνη την στιγμή είχε αποφύγει να πει οποιαδήποτε λέξη.


Ξαφνικά σαν να έλυσαν οι κάβοι από μέσα του και άρχισε να μου διηγήται πράγματα για την ζωή του, για τα δύσκολα παιδικά του χρόνια, για την εφηβεία που δεν έζησε, για χρόνια προβλήματα υγείας της μάνας του, μα περισσότερο μου μίλησε για τον σύντοφο του και τον τραγικό θάνατο του σε τροχαίο πριν από τέσσερα χρόνια.
Τότε τα μάτια του άρχισαν να συννεφιάζουν, κι ένα μεγάλο δάκρυ κύλησε στο μάγουλο του.

- Περάσανε τέσσερα χρόνια από τότε που έχασα ότι αγάπησα περισσότερο σ' αυτόν τον κόσμο. Νιώθω σαν τον ήλιο που έχασε την ανατολή. Κι έκτοτε δεν την ξαναβρήκε. Τόσα χρόνια ... ακόμα δεν μπορώ να συνηθίσω στα σκοτάδια.

Μέσα στα υγρά του μάτια φαινόταν να τρεμοπαίζει μια ξεθωριασμένη κραυγή. Άρχισε τότε, να κλαίει με λυγμούς.
Τον αγκάλιασα και του χάιδεψα τα μαλλιά.
Πάντα ένα άγγιγμα, κι ένα βλέμμα δείχνουν τα ασθήματα μας με μεγαλύτερη ακρίβεια από τα λόγια.
Κι αυτός με κοίταζε. Με κοίταζε μ' ένα βλέμμα, που λες και το είχε σκάσει από την κόλαση κι έψαχνε να κρυφτεί στο πρόσωπο μου, να γλιτώσει.

Τελικά η κόλαση είναι η ζωή που σταμάτησε μες τη ζωή.

Έπειτα όλα έμοιαζαν σαν να χρωματίστηκαν μ' ένα βαθύ, σκοτεινό μπλε. Ένα βαθύ, απειλητικό μπλε, σαν δάκρυ σιωπής. Ακουγόταν μονάχα ο ήχος της θάλασσας. Η θάλασσα δεν ξέρει από σιωπές. Δεν έχει αναμνήσεις. Περάσανε μερικά λεπτά έτσι μέχρι που ήρθε ο ήχος μια μοτοσυκλέτας να κουρελιάσει την σιωπή.

Μετά λίγο σηκωθήκαμε κι αρχίσαμε να βαδίζουμε αργά, σταθερά, λες και τα βήματα μας ήταν κάποιο θρησκευτικό τελετουργικό, ικανό να θεραπεύσει πληγωμένες ψυχές.

Του έπιασα το χέρι και του χαμογέλασα. Απάντησε με χαμόγελο στο χαμόγελο μου.

Πόσοι άνθρωποι προσπαθούν να βρουν κάτι μέσα τους να πιαστούν. Μια τρυπούλα να δραπετεύσουν. Ένα φωτάκι, έστω μια πυγολαμπίδα, να προσανατολιστούν. Τίποτα. Πουθενά. Σκοτάδι πηχτό, παντού.

Μετά από λίγη ώρα φτάσαμε στο αυτοκίνητο μου μπήκαμε μέσα και κατευθυνθήκαμε για το σπίτι του. Σύντομα βρεθήκαμε να στεκόμαστε έξω από την είσοδο της πολυκατοικίας του.

Με κοίταξε στα μάτια. Τον κοίταξα κι εγώ. Ύστερα μ' έσφιξε στην αγκαλιά του, ώρα πολλή. Έπειτα με φίλησε. Ήταν ένα απαλό, ευγενικό φιλί. Ένα φιλί που δεν ζητούσε τίτοτα πιο πέρα. Μετά από τόση ώρα στο λιμάνι είχαμε νιώσει και οι δύο μας μια ζεστασιά, μια οικειότητα. Τέτοιου είδους φιλί ήταν.

- Είσαι υπέροχος. Δεν έχω συναντήσει άλλον άνθρωπο σαν εσένα.
- Να προσέχεις, του είπα.

Ύστερα πέρασε την είσοδο της πολυκατοικίας του, κι έγω έμεινα εκεί να τον κοιτώ μέχρι που χάθηκε από το βλέμμα μου και έσβησε το φως της εισόδου.

Φεύγοντας ξαναπέρασα με το αυτοκίνητο από το λιμάνι. Από το παράθυρο τώρα ερχόταν
ένα ελαφρύ αεράκι απ' την μεριά της θάλασσας όχι όμως τόσο ικανό για να διώξει απόψε τις στάχτες που κουβαλούσε η ψυχή του Νίκου από έναν καμένο ήλιο...

Τελικά ... Ξέρεις τη σκέφτομαι; Οι ευτυχισμένοι άνθρωποι είναι επιζήμιοι στη κοινωνία. Δεν προσφέρουν τίποτα. Παίζουν το πουλί τους. Όπως επίσης και οι απελπισμένοι. Την ίδια δουλειά κάνουν, αλλά με άλλο τους το χέρι. Χρήσιμοι είναι οι πληγωμένοι. Αυτοί προσπαθούν, με νύχια και με δόντια, να ξεφύγουνε από τα δίχτυα. Και προσπαθώντας, καμιά φορά, χωρίς να το επιδιώκουν γίνονται δάσκαλοι.

Μας φέρνουν κοράλια από το βυθό τους ...




Μ' ένα γιατί...

Περπατώ, βαδίζω, προχωρώ, όλα τα ρήματα δεν φτάνουν για να γεμίσουν ένα βήμα.
Περπατώ μ' ένα βήμα αργό μέσα σε δρόμους άχαρους, στενούς, σκοτεινούς
σ' ένα τοπίο ρευστό που δεν μου δίνει χαρά.

Κουράστηκα...

Νιώθω τόσο εξαντλημένος λες κι όλη η ζωντάνια, όλη η ενεργητικότητα έχουν στραγγίξει από μέσα μου.
Η ψυχή μου, το μυαλό μου, το κορμί μου πονάνε.
Είναι μέρες τώρα που από το πρωί ως το βράδυ νιώθω πως έχω να ζήσω μια ζωή που μετρά σαν αιώνας.

Κουράστηκα...

Όλα γύρω μου ισοπεδωτικά, κι απρόσωπα.
Όλα γύρω μου μια μοναξιά που μεγαλώνει και τη δική μου μέσα μου.
Τελικά η μοναξιά δεν μετριέται με την παρέα. Μπορεί να έχεις δέκα ανθρώπους γύρω σου και να' σαι φορτωμένος με δέκα μοναξιές.

Κουράστηκα...

Δυο χείλη απέναντι μου ανοιγοκλείνουν κάτι λένε, προσπαθώ ν' ακούσω, να καταλάβω και να βοηθήσω.
Δυο μάτια απέναντι μου δακρύζουν, δυο μάτια πελώρια, δυο φορές μάτια, τόσο μεγάλα σαν θάλασσα που πέφτω μέσα τους και προσπαθώ να κολυμπήσω.

Κουράστηκα...

Κουράστηκα να μοιράζομαι την καρέκλα μου με τον κάθε κουρασμένο και στο τέλος να στρογγυλοκάθεται αυτός κι εγώ να κουλουριάζομαι στο πάτωμα.
Κουράστηκα να προσπαθώ να σηκώσω πληγωμένες καρδιές, να τις κάνω να ξεδιπλωθούν και ν' ανεμίσουν σαν σημαίες.
Κουράστηκα να σκουπίζω με τα χείλια μου τα δάκρυα των άλλων και τα δικά μου να ξεραίνονται στο πρόσωπο μου.
Κουράστηκα να δηλώνω παρών μια ζωή όταν με φωνάζουν και στο τέλος ν' ακούω πάντα πως είμαι καλό παιδί και ότι μου αξίζουν τα καλύτερα.

Κουράστηκα, μα το Θεό πολύ.
Τόση κούραση όμως γιατί;

Ίσως γιατί δεν έμαθα στην ψυχή να στήνει αναχώματα, γιατί δεν τόλμησα να φορέσω στολή παραλλαγής και να πολεμήσω. Γιατί άφησα πολλές φορές σκόπιμα τον καθένα να μου πουλήσει το παραμύθι του και να στήσει παραγάδι στην ψυχή μου.

Μα περισσότερο κουράστηκα μ' εμένα γιατί μπέρδεψα την αγάπη με την ανοχή και έχασα τόσα πολλά στην ζωή μου.

Κουράστηκα, κουράστηκα, κουράστηκα.

Κουράστηκα, με δυο λόγια να λείπω από την ζωή μου.
Κι ούτε κατάλαβα καλά καλά, ποιός, πότε και γιατί, με πέταξε απ' έξω.
Περνά ο καιρός. Οι μέρες. Οι μήνες. Οι εποχές του χρόνου αλλάζουν διαδοχικά πουκάμισα.

Απ' το πρωί, λοπόν, αυτής της μέρας, είδα έξω τον ήλιο να λάμπει σκληρά. Έναν ουρανό καταγάλανο. Μια μέρα μ' άλλα λόγια ανοιξιάτικη, ενώ χθες ψιλόβρεχε κι έκανε ψύχρα.
Είπα να βγω.
Τόσες μέρες που βρίσκομαι σ' αυτή την πόλη ο καιρός είναι συνεχώς μουντός, συννεφιασμένος.
Και βγήκα.

Πραγματικά, έξω ο καιρός ήταν περίλαμπρος.
'' Πώς αντέχω τόσες μέρες μέσα σ' αυτό το νοσοκομείο; '' αναστέναξα.
Περπάτησα για λίγο μέσα στην πολυκοσμία των δρόμων κι ύστερα κατευθύνθηκα προς το πάρκο που βρίσκεται κοντά στο νοσοκομείο.

Το πάρκο ήταν όμορφο. Τα πρώτα καταπράσινα φύλλα των δέντρων χόρευαν απαλά από το ανεπαίσθητο αεράκι σκορπίζοντας το φως του ήλιου προς όλες τις κατευθύνσεις. Η ευωδιά των λουλουδιών, το απαλό χάδι της πρωινής αύρας και οι μικροί αντίλαλοι των μακρινών θορύβων έλεγαν συνεχώς το ίδιο πράγμα, πως η άνοιξη ήρθε.

Βρήκα ένα παγκάκι και κάθισα για να διαβάσω το βιβλίο που πήρα μαζί μου.

Μετά από λίγη ώρα το πάρκο γέμισε με κόσμο.
Είναι Κυριακή, οι άνθρωποι απολαμβάνουν την παρέα του άλλου στη λιακάδα, τα παιδιά παίζανε, γελάγαν και τα ζευγαράκια κρατιόντουσαν χέρι χέρι.
Όλοι όσοι βρίσκονταν γύρω μου ή πέρναγαν από μπροστά μου φαίνονταν ευτυχισμένοι καθένας με τον τρόπο του. Δεν μπορούσα να καταλάβω αν ήταν πράγματι. Πάντως έδειχναν ευτυχισμένοι γι' αυτό ένιωσα ένα κέντημα μοναξιάς μέσα μου, σαν να ήμουν ο μόνος εδώ που δεν συμμετείχε σ' αυτό το σκηνικό της ευτυχίας.

Άρχισα τότε να σκέφτομαι αν θα 'ρθει κάποια στιγμή, στην διάρκεια της ζωής μου, που θα ταυτιστώ με το σύμπαν, με την βαθύτερη πορεία της ζωής, που θα αυτοξεπεραστώ και τότε όπως λένε οι παίχτες στο καζίνο θα έχω πετύχει τζακ ποτ.
Θα 'χω βρει την ευτυχία.
Μέχρι τότε όμως, φοβάμαι πως θα πρέπει να περπατηθεί πολύς και μοναχικός δρόμος, μέσα σε πάρκα, σε ερήμους, δίπλα σε ακρογιαλιές. Ξέρω πως οι κορυφές της ευτυχίας είναι λίγες. Και πρόσκαιρες. Ο δρόμος που οδηγεί σ' αυτές, όμως, πόσο ατελείωτα μακρύς μου φαίνεται ...

Το φως του ήλιου δυνάμωσε περισσότερο κι έγινε πιο καθαρό. Ο ουρανός γαλανός με μια γραμμή μόνο από άσπρα σύννεφα σαν διστακτική πινελιά. Ένα σμάρι πουλιά κάθισε στα κλαδιά και πέταξε ξανά, σχεδόν αμέσως.
Έκλεισα τα μάτια μου για μια στιγμή, πήρα μια βαθιά ανάσα κι ύστερα συγκεντρώθηκα στο βιβλίο μου.

Λίγη ώρα μετά κοίταξα γύρω μου και διαπίστωσα πως κάποιος είχε καθήσει δίπλα μου στο παγκάκι. Είδα έναν ηλικιωμένο άντρα να διαβάζει το βιβλίο του.
Δεν ξέρω γιατί, αλλά ένιωσα, σαν η μοίρα να μου έδειχνε, εκείνη τη στιγμή οπτικά, μια σκηνή από το δικό μου μέλλον. Ξαφνικά, ένιωσα την ψυχή μου να βουλιάζει σ' ένα θολό βούρκο μοναξιάς και τίποτα δεν ήρθε στη θέση της να γεμίσει το κενό. Ένιωσα πως δεν υπάρχει κάποιος στη ζωή μου για να με βγάλει απ' αυτόν τον παγωμένο βούρκο, να με τυλίξει σε κουβέρτες και να με βάλει σε σίγουρο ζεστό κρεβάτι.
Κατάλαβα τότε πως ήρθε η ώρα να σηκωθώ να φύγω απ' αυτό το σκηνικό.

Βγαίνοντας από το πάρκο σήκωσα το βλέμμα μου ψηλά. Ο ουρανός ψηλός κι απέραντος. Είχε ένα γαλάζιο χρώμα να σου πονάει τα μάτια. Πόσο γαλάζιος ήταν. Πόσο αλαζονικά γαλάζιος.

Αναρωτήθηκα τότε αν άραγε θα βρεθεί ποτέ κάποιος στη ζωή μου να στεριώσει μ' ένα καρφί το γαλάζιο τ' ουρανού πάνω στο κάδρο του ορίζοντα μου. Του ορίζοντα μας ...

Μ 'ενα ζευγάρι φτερά...

Όταν βγαίνει ένας τεράστιος λαμπερός ήλιος, όταν το πρωινό χρωματίζεται με το γαλάζιο
τ' ουρανού, όταν η σιωπή σου παίζει φυσαρμόνικα και η μέρα σε καλωσορίζει, τότε είναι κρίμα να μην ζήσεις την ομορφιά όπως σου προσφέρεται σήμερα.
Έτσι κι εγώ τηλεφώνησα σ' έναν φίλο μου και του πρότεινα ν' αποδράσουμε, να ξεφύγουμε αυτό το σαββατοκύριακο. Δέχτηκε. Μπήκα στο αυτοκίνητο μου, πέρασα πήρα και τον φίλο μου απο το σπίτι του και ξεκινήσαμε το ταξίδι μας.

Φτάσαμε σ' ενα μικρό χωριό σκαρφαλωμένο πάνω σε μια υπέροχη πλαγιά με θέα τον Όλυμπο και το γαλάζιο της θάλασσας του Θερμαϊκού κόλπου. Τον Παλαιό Παντελεήμονα.
Ένα τοπίο πανέμορφο. Ένα χωριουδάκι τέλεια εναρμονισμένο με την φύση. Όλο το χωριό είναι ένα εξαιρετικό δείγμα παραδοσιακής μακεδονικής αρχιτεκτονικής αποτελούμενο από πέτρινα σπίτια με κεραμοσκεπές και μπαλκόνια ξύλινα, όμορφα πλακόστρωτα δρομάκια που οδηγούν σε καταπράσινες αυλές, από μικρά καταστήματα με παραδοσιακά προϊόντα, ξενώνες, καφέ και ταβέρνες με τοπική κουζίνα.

Ένα σκηνικό βγαλμένο από ταινία...




















Ένα πανηγύρι ομορφιάς που σε οδηγεί σε συνάντηση με την ψυχή σου.
Ένα τοπίο που σε καλεί ν' ανοίξεις όλες τις χαραμάδες της ψυχής σου και να πλημμυρίσει μέσα σου όλη η ομορφιά, όλο το φως ...
Αυτό το σαββατοκύριακο που πέρασε ξέφυγα για λίγο απο τη σκιά μου.
Φόρεσα δυο φτερά στους ώμους μου και πέταξα ελεύθερα σε τοπία της ψυχής μου ...

Για μια μικρή κίβδηλη στιγμή ευτυχίας...

Σάββατο, περασμένα μεσάνυχτα. Βρίσκομαι σε γνωστό bar με την παρέα μου. Κόσμος πολύς, δυνατή μουσική, ποτά, βλέμματα, χαμόγελα, μιζέρια, πλήξη...
Νιώθω πως βρίσκομαι λαθραία εκεί, χωρίς εισιτήριο,
πως όλο αυτό το πανηγύρι δε μ' αφορά, δε μ' αγγίζει.
Το παλεύω όμως, κυρίως για χάρη της παρέας μου φορώντας το πιο πλατύ θεατρικό μου χαμόγελο.

Η ώρα περνά γρήγορα, μέχρι τη στιγμή που νιώθω κάποιον να μου χτυπά τον ώμο. Γυρνώ και αντικρύζω μια παλιά μου γνωστή, μια παλιά μου '' αγάπη''.
Δυο μάτια καστανά σε μαύρη κορνίζα με κοιτούσαν μ' εκείνη την έκπληξη και τη χαρά που είχαν πάντα όταν μ' αντίκρυζαν. Έπεσε πάνω μου και με φίλησε. Είχα να τον δω περισσότερα από δύο χρόνια. Χάρηκα που ήρθε και με βρήκε, σοκαρισμένος όμως με το αναπάντεχο της παρουσίας του. Ένιωσα σαν τον ηθοποιό που ανέβηκε στην σκηνή χωρίς να μάθει καλά το ρόλο του, ξεχνά τα λόγια του και προσπαθεί να συνεχίσει μετά το χαστούκι που του δίνει ο συμπρωταγωνιστής του.

Το αρχικό σοκ όμως έδωσε γρήγορα τη θέση του στη χαρά. Ήταν τόση η χαρά μου που τον ξαναείδα που το μυαλό μου δεν κατατριβόταν με λεπτομέρειες, γιατί ήρθε να με βρεί, τι ήθελε, τι έκρυβε αυτή η κίνηση του. Μου αρκούσε που κοίταγα τα δυο του φωτεινά μάτια να λάμπουν πίσω από τα μυωπικά του γυαλιά. Πάντα ασκούσαν πάνω μου μια ιδιαίτερη γοητεία άντρες που φοράνε γυαλιά οράσεως.

Η βραδιά συνέχισε να κυλά ευχάριστα, με το τέλος της σχεδόν προδιαγεγραμμένο.

Δεν χρειάστηκε κανείς μας να μεταχειριστεί όλα εκείνα τα παλιά αντικλείδια που άνοιγαν τις πιο μυστικές πόρτες μας και έκαναν να παραδοθούμε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου.
Δυο εραστές, έστω και πρώην, έχουν τον δικό τους κώδικα συμπεριφοράς που τους μοντάρει από ένα σημείο και μετά μονάχος του, σαν Η/Υ. Φτάνει να πατήσεις το κουμπί και να σου βγει στην οθόνη το πρόγραμμα από μόνο του. Στην μικρή οθόνη του μυαλού μας έδειχνε sex.

Με αργό βηματισμό, ο ένας δίπλα στον άλλο ξεκινήσαμε με τα βήματα να μας οδηγούν σταθερά σ' ένα γνώριμο δρόμο. Όδος Αβύσσου, αριθμός μηδέν.

Κάθησε στο διπλό κρεβάτι με τα λευκά σεντόνια και άρχισε σιγά, σιγά να γδύνεται, προσκαλώντας με έμμεσα στο κρεβάτι. Μια πρόσκληση μαζί και πρόκληση στο παλιό μας πάθος. Εγώ όρθιος σε μια γωνιά του δωματίου, τον χαζεύω. Το σώμα του μου είχε γίνει κάποτε θυμάμαι, χειρότερο κι από εμμόνη. Μόλις τον έβλεπα γυμνό, με έπιανε ένα είδος ερωτικού αμόκ, τον ήθελα αφάνταστα. Είχε μια αυθάδεια το σώμα του, δική του, που δεν συμπορεύονταν με το γλυκό του πρόσωπο. Το πρόσωπο του μπορούσε να μιλάει για άλλα πράγματα, το σώμα του μου έλεγε σε '' θέλω''. Κι εγώ τον έπερνα μέσα στην αγκαλιά μου και γινόμασταν οι δυο μας ένας πύραυλος που εκτοξευόταν στον ουρανό. Σ' ένα διάστημα γεμάτο γαλαξίες. Πόσο τα είχα λατρέψει τότε αυτά τα διαστημικά μας ταξίδια.

Σε λίγο με πλησίασε κι άρχισε να μου ανοίγει αργά τα κουμπιά του πουκαμίσου μου, με φίλησε τρυφερά στο λαιμό και μου είπε :
Το ξέρεις ότι φοράμε, το ίδιο άρωμα ;
Στο κορμί, όχι στην ψυχή απάντησα.

Σύντομα βρεθήκαμε αντικρυστά στο κρεβάτι, κι όλα φαινόταν να ξετυλίγονται σύμφωνα με το παλιό εκείνο σενάριο που έγραψε το πάθος μας. Δοθήκαμε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου, ανταλλάσσοντας φράσεις που λέγαμε τότε, σαν να ξεκρεμούσαμε απ' την ντουλάπα ρούχα παλιά. Η έκρηξη που περιμέναμε δεν έγινε, ο πύραυλος δεν εκτοξεύτηκε, μείναμε στην επιφάνεια της γης, μερικά μέτρα πιο πάνω απ' τον αδυσώπυτο νόμο της γήινης ατμόσφαιρας.
Σκέφτηκα πως αυτό ίσως να συνέβη γιατί ήταν η πρώτη φορά μετά από αρκετό καιρό.
Δυο κορμιά που ερωτεύτηκαν έντονα, είναι επόμενο είπα να πάθουν σοκ την ''πρώτη φορά''. Μα το ίδιο συνέβη και την επόμενη φορά. Τελικά τίποτε δεν θύμιζε εκείνη τη δίδυμη φλόγα που πυρπολούσε το σύμπαν και οι σπίθες της ήταν πυροτεχνήματα σ' ένα σκοτεινό ουρανό. Όλα έγιναν σ' έναν κανονικό ρυθμό, φυσιολογικό, χωρίς καμιά έκπληξη.

Μόνο που ο έρωτας, δεν είναι αυτός που νομίζουμε. Δεν πυρπολείται με τη φωτιά του κορμιού. Το κορμί είναι σκεύος, εργαλείο, με μια δύναμη ίσως πιο μεγάλη κι από μας τους ίδιους, αφού να, τα ίδια σώματα, τα δικά μας, δεν αγγίζουν το παλιό μας πάθος, δεν είμαστε ολυμπιονίκες του έρωτα, αλλά πλάσματα σαν τους περισσότερους, προσγειωμένα στη γη, που κάνουμε κι αυτή τη λειτουργία από ανάγκη.

Το φως έσβησε γρήγορα, κι άχρωμη σιωπή απλώθηκε στο δωμάτιο. Κ ι εγώ εκεί μέσα στο σκοτάδι, σε λάθος δωμάτιο, με λάθος άνθρωπο, σε λάθος στιγμή της ζωής μου. Οι ώρες που ακολούθησαν κύλησαν βασανιστηκα αργά, με μοναδικό θόρυβο ν' ακούγεται αυτόν της ανάσας του καθώς κοιμόταν πάνω στο στήθος μου. Προσκέφαλο για ύπνο γαλήνιο;
Κι εγώ αθόρυβα εκεί μέσα στο σκοτάδι ν' αγγίζω τις άκρες των μαλλιών του, φοβούμενος μήπως τον τρομάξουν οι χτύποι της καρδιάς μου. Άραγε να τους ακούει, κι αν ναι τι να του λένε. Μάλλον τίποτα.

Για πρώτη φορά, τόσο έντονα, τότε κατάλαβα πόσο εξαρτημένος ήμουν τελικά από την ''αγάπη'' του άλλου, για να νιώθω την αγάπη.
Πόσο αδικούσα τον ευατό μου, με το να τον υποβιβάζω μόνο στο επίπεδο της σάρκας.
Πιστέυω πως έχω δυνάμεις μέσα αυτοπυροδοτούμενες να ξεφύγω από τέτοιες καταστάσεις απλά τις έχω στραπατσάρει.
Ξέρω πως σ' αυτές τις αδηφάγες σχέσεις των ανθρώπων, όταν έχουν να κάνουν με το sex γίνονται κανιβαλικές κι εγώ δεν θέλω να γίνομαι λοφίο στο κεφάλι κανενός κανίβαλου.
Δεν θέλω να μοιάζει ο έρωτας, σαν αυτόματο πλυντήριο που γυρίζει, κι όταν πατήσεις το κουμπί, ξεπλένει τα ρούχα και τα στεγνώνει. Αυτό όμως είναι ένα καθάρισμα τυποποιημένο, μηχανικό. Εγώ θέλω το ρούχο να μυρίζει μ' εκείνο το άρωμα που έχει το χέρι, της αγάπης, όταν το πλένει και το στεγνώνει στου ήλιου το φως.

Μεγαλώνω και δεν αντέχω να μοιράζω τον ευατό μου σαν αντίδωρο στο εκκλησίασμα. Δεν αντέχω να με σκορπίζω έτσι, να αποζητώ αγκαλιές ελιξήρια.

Δεν κοιμήθηκα καθόλου το υπόλοιπο βράδυ, έπαιζα κρυφτό με τον ίσκιο της μοναξιάς μου περιμένοντας λυτρωτικά να 'ρθει τ' αστέρι της αυγής εξακολουθώντας να έχω μέσα στη αγκαλιά μου, πάνω στο στήθος μου ακουμπισμένο ένα αποφόρι αγάπης που το έριξα πάνω μου βιαστικά, ξεγελώντας για λίγο την ψυχή μου τάχα πως της ταιριάζει.
Κι αυτός ο ήλιος πόσο πεισματικά αργούσε να βγει, να φωτίσει σκιές, αυταπάτες, στιγμές πάνω σε σεντόνια λευκά.

Ξέρω πως η ζωή δεν αλλάζει με ανακοινώσεις, όμως αυτό θέλω να πιστεύω πως ήταν το τελευταίο βράδυ που στόλισα την μοναξιά μου με ψεύτικα στολίδια και την είπα ευτυχία...

Ονειρεύομαι, άρα υπάρχω...

Απο μικρό παιδί κάνω όνειρα.
Τα πρώτα μου όνειρα είχαν το χρώμα της θάλασσας, ήταν όνειρα πελαγίσια, καραβίσια, γεμάτα βότσαλα. Μεγάλωσα κοντά στη θάλασσα και έμαθα τα όνειρα μου να τα κάνω δίπλα στο κύμα, κάτω από τις φτερούγες των γλάρων. Τα παιδικά μου όνειρα ήτανε χάρτινα σαν τα καραβάκια που ζήταγα πάντα μου φτιάχνουν. Τα καραβάκια εκείνα που τα ζωγράφιζα με έντονα χρώματα, τα φόρτωνα με τ' όνειρο και τα άφηνα πάνω στο κύμα να ταξιδεύουν. Κάποια από αυτά κατορθώνανε και χάνονταν στ' ανοιχτά, άλλα τα γύριζε ο βοριάς πίσω και κάποια τα έπνιγε το κύμα.

Όνειρα γλυκά, σαν παγωτό που λιώνει στο χωνάκι, όνειρα γεμάτα με μουσική σαν το ραδιοκασετοφωνάκι μου, όνειρα που έπιανες στα μεσαία ή στα βραχέα κύματα, όνειρα FM, όνειρα μεγάλα σαν αλάνα για να τρέχω με το ποδήλατο, όνειρα που γίναν μπροστά στο μαύρο πίνακα κι όνειρα σκαρφαλωμένα πάνω στο δέντρο συντροφιά με ένα βιβλίο.

Μπαίνοντας στην εφηβεία συνέχισα να ονειρεύομαι, άλλαζε μονάχα το χρώμα και το σχήμα των ονείρων μου ανάλογα με την διάθεση μου.

Όνειρα μαθητικά, όνειρα πορνό, αυνανιστικά που τα λένε ονειρώξεις, όνειρα καρδιοχτύπια για τον πρώτο έρωτα, όνειρα γεμάτα μπογιές πάνω σε καβαλέτα, όνειρα ποπ κορν μέσα σε σινεμά, όνειρα εύθικτα που το παραμικρό μπορούσε να τα διαλύσει, όνειρα μεθυσμένα μέσα σε club κι όνειρα μεταναστευτικά.

Μεγαλώνοντας περισσότερο, ενήλικας πια, εξακολούθησα να κάνω όνειρα, τα πιο φωτεινά μου και τα πιο χαρούμενα.

Όνειρα φοιτητικά, αμφιθεατρικά, όνειρα ριζίτικα που σ' οδηγούν σε τόπους μακρινούς, όνειρα πυροτεχνήματα, όνειρα γιγαντοαφίσες, όνειρα ρομάντζα σε συνέχειες, όνειρα ερωτικά κάτω από δίδυμα φεγγάρια, όνειρα δροσιστικά με τη σκιά που χαρίζουν, όνειρα στις σκοπιές ντυμένα με τη στολή του ναύτη κι όνειρα γνήσια, αυθεντικά σαν αυτά που τα πωλούν τις Κυριακές στο Μοναστηράκι.

Τώρα πια τα όνειρα μου είναι ασπρόμαυρα σε μικρά επεισόδια και καθορισμένα απόλυτα από τις εκάστοτε ανάγκες μου.

Όνειρα αρχιτεκτονικά, όνειρα μπαρόκ, όνειρα με σχήματα γεωμετρικά, όνειρα τεχνητών παραδείσων, όνειρα τετράτροχα, όνειρα κοινόχρηστα που τα πληρώνεις κάθε μήνα, όνειρα λογαριασμοί, αριθμημένα, όνειρα visa, πλαστικά κι όνειρα καταναλωτικά που το πρωί πετάς, στον κάδο τα απορρίματα τους.

Όνειρα που σου πριονίζουν τον εγκέφαλο, όνειρα εποχικά, βροχερά, όνειρα άοσμα και παρακατιανά κι άλλα όνειρα της πλήξης. Όνειρα ανώνυμα, όνειρα επιβητορικά κι άλλα που κρατούν μια βραδιά ''σβήνουνε πριν ξημερώσει'' κι άλλα που ζητάνε το φως του ήλιου για να υπάρξουν, όνειρα τσέπης.

Όνειρα που καίγονται σαν τα ξερά κλαδιά κι άλλα που δεν ανάβουν με τίποτα.Όνειρα του νόστου, όνειρα παρήγορα, όνειρα ελπιδοφόρα, αγάπανθα, όνειρα αγάπης και μοναξιάς, όνειρα...

Τα όνειρα είναι μια ουσία ζωής, η πρώτη που σε κρατά σε εγρήγορση στην τόσο πεζή και γεμάτη έγνοιες καθημερινότητα σου. Τα όνειρα ίσως να φαντάζουν σαν τη μόνη διέξοδο απ' το αδιέξοδο της ζωής. Αρκεί βέβαια να έχεις σημαδεύσει καλά την έξοδο από αυτά, αλλιώς χάνεσαι μέσα σ' έναν ονειρικό κόσμο, γιατί και τα όνειρα προδίδουν και παραπλανούν.
Όμως, δεν γίνεται να ζούμε δίχως όνειρα. Δεν έχει ουσία, νόημα.

Τι θα ήταν η ζωή μας δίχως όνειρα;

Ένα ταξίδι με καραβάκι μέσα στο πέλαγος, δίχως τ' όνειρο πως κάποιο λιμάνι είναι κοντά μας και στην προβλήτα μας περιμένει ένα πρόσωπο αγαπημένο.

Κι αν τ' όνειρο μας αποδειχθεί μικρό και δεν καταφέρει να μας φτάσει σε κάποιο λιμάνι;

Ίσως και τα όνειρα να θέλουν χώρο και χρόνο για ν' αναπτυχθούν. Έχουν ανάγκη αέρα.

Μα κι αν αργήσουν πολύ να μεγαλώσουν, κι αν χάσουμε πολλά πρωινά κι ανατολές στη ζωή μας περιμένοντας τα;

Πάντα θα υπάρχουν τ' απογεύματα, πάντα θα υπάρχουν τα δειλινά όπου ο ήλιος σκορπίζεται και χαρίζεται στα κύματα. Εμείς εκει μεσοπέλαγα, καθισμένοι στη κουβέρτα με τον πολικό αστέρα πάνω μας θα περιμένουμε να δούμε φωταφωγημένο το δικό μας λιμάνι, να μας καλωσορίζει.

Δεν έχω όνειρα σημαίνει πως δεν ζω, έχω όνειρα σημαίνει πως υπάρχω. Κι αν η ζωή μας γεμίζει πληγές, ένα όνειρο είναι πάντα το καλύτερο φάρμακο. Ομοιοπαθητικό.

Ας ονειρευόμαστε!
Τα όνειρα μας είμαστε εμείς, εσύ κι εγώ...

Διάτρητη ψυχή

Το παράθυρο ανοιχτό. Οι κουρτίνες ανεμίζουν απο το ασθενικό αεράκι. Είναι μια κρύα βραδιά του Γενάρη. Πριν λίγο στεκόμουν μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο και κοιτούσα το χιόνι που έπεφτε. Μια απέραντη σιωπή κυριαρχούσε, κανένας θόρυβος δεν φανέρωνε ανθρώπινη παρουσία.Ο Γενάρης μήνας σκληρός. Απο τις χειρότερες περιόδους της ζωής μου. Νωρίτερα προσπάθησα να κοιμηθώ, χωρίς να το κατορθώνω.
Με κυνηγάνε χίλιες σκέψεις. Βαραίνει η ψυχή μου. Βουλιάζει. Με πληγώνουν οι άνθρωποι, με πληγώνουν τα αισθήματα, με πληγώνουν οι αναμνήσεις. Αυτό τον μήνα μόνο άσχημα νέα έχω μάθει για πρόσωπα δικά μου αγαπημένα αλλά και για πρόσωπα μακρινά αλλά οχι ξένα, πρόσωπα με ξεχωριστή θέση στο σαλονάκι της ψυχής μου.

Αυτό όμως που μ' έχει διαλύσει είναι η αναμονή. Η μάνα μου θα κάνει εγχείρηση σε λίγες ημέρες και για πρώτη φορά στην ζωή μου φοβάμαι.
Μπροστά της όμως χαμογελώ, προσπαθώ να της δώσω κουράγιο της λέω πως όλα θα πάνε καλά και να μην ανησυχεί. Το καταφέρνω.

'Οπως τα κατάφερα και πριν μερικά χρόνια όταν αυτοκτόνησε ο μικρότερος της αδερφός. Ένας άντρας τριαντατριών χρονών, που σε μια αδιέξοδη στροφή της ζωής του αποφάσισε
ν' αφεθεί, να φύγει. Αυτό το τραγικό γεγονός μας διέλυσε, μα περισσότερο τη μάνα μου.
Μια γυναίκα χαρούμενη, μ' ένα χαμόγελο τόσο πλατύ που δεν χώραγε στο πρόσωπο της.
Ξαφνικά συννέφιασε το βλέμμα της και βυθίστηκε στη σιωπή.

Ένα χρόνο πάλεψα για να την συνεφέρω. Ώρες ατελείωτες πέρασα δίπλα της, συζητώντας μαζί της για να μη μαζέψει κατακάθι η ψυχή της, για να φύγει το φαρμάκι του πόνου, να εξατμισθεί, να μην κάνει κρούστα μέσα της και την πνίξει.
Η μάνα μου βρήκε ξανά την ισορροπία στην ψυχή της, το χαμόγελο της.
Σκέφτομαι, καμιά φορά πως η αγάπη μοιάζει σαν το αίμα. Για να δεχτείς τη μετάγγιση, πρέπει να έχεις την ίδια ομάδα. Σε σώζει μονάχα η αγάπη εκείνων που έχεις διαλέξει ν' αγαπάς.

Η δική μου ψυχή όμως γέμισε ρωγμές, πληγώθηκε.

Κι αγάπη αγκυλώνει καμιά φορά...

Η πιθανότητα να συμβεί κάτι κακό, η σκέψη αυτή μου μαυρίζει χωρίς να το θέλω, τον ορίζοντα. Ψάχνω διεξόδους σε ασχολίες αγαπημένες για να ξεχαστώ, όπως τη δουλειά μου, τα βιβλία μου, τα χαρτιά και τα μολύβια μου (κι ας μην καταφέρανε ποτέ να δώσουν άσυλο στην ψυχή μου).
Από παιδί θυμάμαι τον ευατό μου να ζωγραφίζει κατοικίες, δρόμους, πλατείες ποτέ όμως ένα καταφύγιο. Ένα καταφύγιο για την ψυχή μου για να τρέχει εκεί όταν φοβάται.

Είμαι δυνατός χαρακτήρας, ξέρω πως είναι μια προσωπική κρίση και θα μου περάσει. Προσπαθώ να σκέφτομαι θετικά. Δεν είναι η πρώτη φορά που νιώθω να βρίσκομαι μέσα σε δίνη. Ξέρω πως πάντα πίσω από τα μαύρα σύννεφα κρύβεται ένας ήλιος λαμπερός.

Απόψε ένιωσα έντονα την ανάγκη ν' ακουμπήσω κάπου τον φόβο μου. Να τον λύσω, να μην τον τυλίγω σαν κουβάρι. Ένα μπερδεμένο κουβαράκι νήμα είναι κι η ψυχή μου που ψάχνει να δέσει την άκρη της μ' ένα άλλο, για να συνεχίσει.

Στάθηκα μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο, σταμάτησε να χιονίζει. Λευκό χρώμα απλώθηκε παντού. Το λευκό που προσπάθησε να χωρέσει απόψε στο σκοτάδι.
Έκλεισα το παράθυρο, κάνει τόση παγωνιά.
Κοιτώ την οθόνη, χορεύουν τα γράμματα στα μάτια μου σαν μικρές νιφάδες , ξεπηδούν από τον υπολογιστή και πυκνώνουν, παγώνουν το πρόσωπο, τη σκέψη, τα χέρια.

Ας βρισκότανε τώρα κάποιος διπλα μου να μου ζεστάνει τα χέρια.
Να μου πει ψιθυριστά, μη φοβάσαι.
Ας βρισκότανε, λέει...

Ιωάννα

Κυριακή, μεσημέρι. Έχω βουλιάξει στον καναπέ περιμένοντας λυτρωτικά να 'ρθει ο Μορφέας να με πάρει. Ανοίγω την τηλεόραση για να διευκολύνω τον ερχομό του. Παρακολουθώ μια επετειακή εκπομπή καναλιού και αναμένω. Θα 'ρθει λέω, δεν μπορεί. Μάταιος κόπος, αντ' αυτού ήρθε να με βρει η νοσταλγία και έχει τη μορφή της Ιωάννας. Μια απο τις συμμετέχουσες στην εκπομπή που παρακολουθώ είναι και η Ιωάννα. Η έκπληξη μου μεγάλη! Ξαφνιάστηκα όμορφα! Πόσα χρόνια έχω να τη δω, πόσο μεγάλωσε, συγκινήθηκα.
Ο νους μου πλημμυρίζει από εικόνες, γυρνά στην πρώτη μας συνάντηση...

Τέλη Ιανουαρίου. Ήταν βραδάκι. Έκανε κρύο. Βαριόμουνα να βγω έξω. Είχα ξαπλώσει στο κρεβάτι μου και διάβαζα ένα βιβλίο. Χτύπησε η πόρτα και σηκώθηκα ν' ανοίξω. Ανοίγοντας την πόρτα αντίκρυσα ένα νεαρό όμορφο ψιλόλιγνο κορίτσι, με μακριά καστανά μαλλιά και φοβισμένο βλέμμα. Φορούσε ένα παλιό τζιν παντελόνι, κι ένα φαρδύ κόκκινο πουλόβερ. Με χαιρέτησε δειλά, μου είπε τ' όνομα της και πως πρόσφατα μετακόμισε στο διπλανό διαμέρισμα. Μου ζήτησε αν μου περισσεύει ένα μπουκάλι νερό γιατί έχει ξεμείνει και πως το περίπτερο από κάτω είναι κλειστό για ν' αγοράσει. Της έδωσα ένα μπουκάλι νερό και φεύγοντας μου είπε ευχαριστώ χαμογελώντας. Την επόμενη μέρα την ίδια ώρα περίπου μου ξαναχτύπησε την πόρτα, αυτή τη φορά για να μου επιστρέψει ένα μπουκάλι νερό. Της είπα να περάσει μέσα αν ήθελε. Αρχικά ήταν διστακτική αλλά τελικά δέχτηκε.

Κάθησε απέναντι μου και με κοιτούσε ερμηνευτικά. Δυο πελώρια θλιμμένα καστανά μάτια. Το βλέμμα της αν και εξεταστικό δεν μ' ενοχλούσε. Ήταν ένα βλέμμα, φοβισμένου ανθρώπου, φθαρμένο, που όμως δεν άφηνε χαρακιές. Απλώς φαινόταν σαν κάτι ν' αναζητούσε, ένα τοπίο ίσως να βρει να τρυπώσει. Ντροπαλή πολύ, μιλούσε ελάχιστα, δεν γελούσε σχεδόν καθόλου παρά τις φιλότιμες προσπάθειες μου. Έβγαζε όμως μια θαλπωρή η παρουσία της. Μια ζεστασιά. Έδειχνε με τον τρόπο της ότι με συμπάθησε. Η συμπάθεια ήταν αμοιβαία.

Κάπως έτσι μπήκε στην ζωή μου, τρύπωσε τρυφερά και κόλλησε σαν δροσερό φυλλαράκι στην ψυχή μου.

Η Ιωάννα ένα κορίτσι δεκαοχτώ χρονών που έφευγε για πρώτη φορά από το νησί της, ερχόμενη να σπουδάσει Λογιστική στο ΤΕΙ της πόλης. Ένα πλάσμα πονεμένο, μελαγχολικό που έτρεμε κάθε φορά που της τηλεφωνούσαν από το σπίτι της φοβούμενη τα χειρότερα για το πρόβλημα υγείας του πατέρα της.
Όλη τη μέρα την περνούσε στη σχολή της και το βράδυ στο σπίτι πάντα μόνη, συντροφιά με το ραδιοφωνάκι της. Δεν είχε παρέες.

Έτσι αποφάσισα να γίνω εγώ η παρέα της.
Της αφιέρωνα τον χρόνο μου κάθε Κυριακή, ήτανε η μόνη μέρα της εβδομάδας που μπορούσα να το κάνω. Η αλήθεια είναι πως με την Ιωάννα στους μήνες που ακολούθησαν ζήσαμε πολλές όμορφες στιγμές μαζί.

Περάσαμε μαζί τα πρώτα της γενέθλια μακριά από το νησί της, πίνοντας κουν-κουάτ και τρώγοντας παστέλι. Θυμάμαι την χαρά και την συγκίνηση της αντικρύζοντας τον μεγάλο λούτρινο σκύλο δαλματίας που της έκανα δώρο. Δάκρυσε, με αγκάλιασε σφιχτά, με φίλησε τρυφερά και μου είπε πως θα του έδινε το όνομα μου και πως τις νύχτες θα κοιμάται αγκαλιά μαζί του. Οι λέξεις αυτές τρύπησαν την ψυχή μου. Ήμουν έτοιμος να δακρύσω, ψιθύρισα ευχαριστώ.
Μια εκδήλωση αγάπης, έστω ασήμαντη, έχει τόση δύναμη, όσο μια ατομική βόμβα.

Θυμάμαι τους περιπάτους που κάναμε τα μεσημέρια στο λιμάνι, τα βράδυα για ποτό στα μικρά μπαράκια, τις νύχτες στο σινεμά βλέποντας πάντα αισθηματικές κομεντί που της άρεσαν.
Μου άρεσε που πάντα με κράταγε τρυφερά το χέρι και ακουμπούσε το κεφάλι της στον ώμο μου. Ένιωθα την κάθε της κίνηση σαν ένα κύμα αγάπης, που με παρέσυρε.

Κι εγώ την έπαιρνα από το χέρι και προσπαθούσα να την οδηγήσω, να της δείξω δρόμους μυστικούς απ' όπου θα μπορούσε ν' αποδράσει, γιατί η ψυχή της δε γνώρισε άλλο τοπίο, εκτός από αυτό που της είχε δείξει ο δικός της ήλιος. Κι αυτή μ' ακολουθούσε, μέσα στις δικές μου χαρακιές της ψυχής έβρισκε δρόμο να κυλήσει ο δικός της καημός.

Οι μήνες περάσαν γρήγορα, έγιναν χρόνος. Η Ιωάννα βρήκε σιγά, σιγά την αυτοπεποίθηση της, κοινωνικοποιήθηκε στην σχολή της, έκανε παρέες. Το χαμόγελο ήταν πλέον μόνιμα ζωγραφισμένο στο πρόσωπο της. Μ' άρεσε που την έβλεπα χαρούμενη, που τις χάρισα στιγμές ευδαιμονίας, που έσβησα για λίγο την θλίψη απ' την ψυχή της.
Σ' όλους αξίζει αυτή η μεταχείρηση.

Κάποια στιγμή χώρισαν οι δρόμοι μας. Εγώ έφυγα για να κάνω την θητεία μου στο ναυτικό, έπειτα μετακόμισα, άλλαξα και πόλη. Η Ιωάννα με το τέλος των σπουδών της ξαναγύρισε στο νησί της. Χαθήκαμε. Δεν ξαναβρεθήκαμε ποτέ.

Όλα αυτά που ζήσαμε τότε, τα φωτογράφισε η ψυχή μου. Τα 'χει φυλάξει στο άλμπουμ της. Όταν οι νύχτες γίνονται πελώριες και τ' αστέρια μου ματώνουν την ψυχή, κάθομαι και τις ξεφυλλίζω αυτές τις στιγμές.
Για μένα το παρελθόν μου δεν είναι καρφί. Είναι ένα βελούδινο μαξιλαράκι που γέρνει η ψυχή μου και αναπαύεται. Το παρόν μου είναι δύσκολο, και το μέλλον μου αβέβαιο.

Η Ιωάννα ήρθε σε μια ευτυχισμένη περίοδο της ζωής μου, τότε που ολα έμοιαζαν μαγικά, τότε που είχα περίσσευμα αγάπης να δώσω.
Αν συναντούσα το κορίτσι αυτό σήμερα ίσως να μην είχα τις αντοχές να της χαρίσω όμορφες στιγμές. Δεν έχω πια αποσκευές γεμάτες νερό για να ξεδιψάσει ο καθένας. Δεν κάνω τον βαρκάρη, για να περάσω όποιον μου το ζητάει στην απέναντι όχθη. Έχω λερώσει και το βλέμμα μου. Νομίζω πως έχω ξεχάσει και το pin της αθωότητας μου.

Απλά θα ήθελα απόψε, όπως και τότε να πάω την Ιωάννα μέχρι την πόρτα του σπιτιού της και να της πω :
Καλό βράδυ, μικρή μου!
και εκείνη να μου πει με το πιο γλυκό της χαμόγελο
Καληνύχτα, Κωνσταντίνε μου!