Μια ζεστή ανοιξιάτικη νύχτα.
Στο βάθος φαινόταν το λιμάνι φωταγωγημένο, η θάλασσα ήσυχη κι ο ουρανός το ίδιο.
Το φεγγάρι γεμάτο, ανάμεσα στη θάλασσα και τον ουρανό να τους παρηγορεί για την αμοιβαία μοναξιά τους.
Κι εγώ όρθιος ακουμπισμένος πάνω στην κουπαστή του μπαλκονιού να χαζεύω το λιμάνι.
Εκείνο το βράδυ όλα έμοιαζαν σαν υπνωτισμένα, χωρίς ούτε ένα αεράκι να φυσά απ' τη μεριά του κόλπου, λες κι η θάλασσα σταμάτησε ν' ανασαίνει.
Δεν ξέρω πόση ώρα έμεινα ακουμπισμένος στην κουπαστή, όμως κάποια στιγμή ένιωσα ότι κάποιος με κοιτούσε. Γύρισα το βλέμμα μου και είδα έναν άντρα να με κοιτάζει από την άλλη άκρη του μπαλκονιού.Τριανταέξι; Τριανταεπτά; όχι πάντως πάνω από σαράντα, όχι πάνω από ένα ογδόντα, όχι πάνω από ενενήντα κιλά, μαλλιά καστανά και πρόσωπο αξύριστο.
Η απόσταση ανάμεσα μας περίπου έξι μέτρα.
- Ζεστή βραδιά, απόψε μου είπε.
- Όντως, του απάντησα.
Μετά απ' αυτή τη σύντομη κουβέντα μας, έμεινε εκεί να με κοιτάζει. Έπειτα έβγαλε ένα πακέτο τσιγάρα από την τσέπη του, πήρε ένα τσιγάρο και το έβαλε στο στόμα του. Το άναψε κι ένα μικρό σύννεφο καπνού βγήκε από τα χείλη του. Με πλησίασε και άπλωσε το χέρι του με το πακέτο προς το μέρος μου, προσφέροντας μου ένα τσιγάρο.
- Δεν καπνίζω, του είπα.
Τότε ήταν που πρόσεξα τα μάτια του. Δυο μάτια μάυρα, λες κι ήταν γεμάτα μαύρα πουλιά, έτοιμα να πετάξουν. Δυο μάτια που σε προσκαλούσαν να ταξιδέψεις μαζί τους.
- Δεν συστηθήκαμε, ποιο είναι τ' όνομα σου;
- Νίκος, μου είπε και μου χαμογέλασε δίνοντας μου το χέρι του.
- Εγώ είμαι ο Κωνσταντίνος.
Ήταν αρκετά πιο γοητευτικός όταν μου χαμογέλασε, κι αυτό τον έκανε να φαίνεται πιο μικρός απ' ότι μου είχε φανεί στην αρχή.
Η υπόλοιπη βραδυά μας βρήκε να καθόμαστε στο μπαλκόνι, να συζητάμε και να πίνουμε στην υγειά του θείου Τζακ, αγνοώντας το πάρτυ που γινότανε μέσα στο διαμέρισμα.
- Πάμε κάνουμε μια βόλτα στο λιμάνι; μου είπε αυθόρμητα. Δέχτηκα.
Φτάσαμε στον πλατύ παραλιακό πεζόδρομο. Η θάλασσα λαμπύριζε στο φως του φεγγαριού. Στο βάθος, το πέλαγος ήταν γεμάτο από φωτισμένα καράβια, που αντανακλούσαν τα φώτα τους στο νερό. Η φωτισμένη πόλη στα δεξιά μας ήταν πανέμορφη.
Αρχίσαμε τότε να περπατάμε και να λέμε ότι μας ερχόταν στο μυαλό μας και γελούσαμε. Δεν λέγαμε κάτι σπουδαίο απλά περπατούσαμε και συζητάγαμε για τις καθημερινές μας συνήθειες, για τη δουλειά μας για την ζωή μας γενικότερα. Δεν προσπαθούσαμε να λύσουμε κανένα πρόβλημα που μας απασχολούσε, απλά περπατάγαμε.
Χαμόγελα, βλέμματα και μικρές σιωπές κάτω από έναν έναστρο ουρανό.
Οι προβολείς των αυτοκινήτων στα δεξιά μας γλιστρούσαν σαν λαμπερά ποτάμια από τη μια συστάδα των φώτων εώς την άλλη. Μια υπόκωφη βουή κρεμόταν πάνω από την πόλη, εκείνο το βράδυ.
Συνεχίσαμε να περπατάμε και να συζητάμε, μόνο που κάποιες στιγμές ένιωθα πως ο Νίκος κάρφωνε τα μάτια του στα δικά μου δίχως φανερό λόγο. Σαν να γύρευε κάτι. Αυτό μου δημιούργησε ένα παράξενο συναίσθημα ανίσχυρης μοναξιάς. Σκέφτηκα πως ίσως ήθελε κάτι να μου πει, κάτι που δεν έβρισκε τρόπο να το πει, κάτι πιο βαθύ από τα λόγια.
Σύντομα μου ζήτησε να καθήσουμε στην αποβάθρα του λιμανιού. Τότε άρχισε να γίνεται περισσότερο εξομολογητικός μαζί μου. Άρχισε να μου μιλά για το παρελθόν του, κάτι για το οποίο μέχρι εκείνη την στιγμή είχε αποφύγει να πει οποιαδήποτε λέξη.
Ξαφνικά σαν να έλυσαν οι κάβοι από μέσα του και άρχισε να μου διηγήται πράγματα για την ζωή του, για τα δύσκολα παιδικά του χρόνια, για την εφηβεία που δεν έζησε, για χρόνια προβλήματα υγείας της μάνας του, μα περισσότερο μου μίλησε για τον σύντοφο του και τον τραγικό θάνατο του σε τροχαίο πριν από τέσσερα χρόνια.
Τότε τα μάτια του άρχισαν να συννεφιάζουν, κι ένα μεγάλο δάκρυ κύλησε στο μάγουλο του.
- Περάσανε τέσσερα χρόνια από τότε που έχασα ότι αγάπησα περισσότερο σ' αυτόν τον κόσμο. Νιώθω σαν τον ήλιο που έχασε την ανατολή. Κι έκτοτε δεν την ξαναβρήκε. Τόσα χρόνια ... ακόμα δεν μπορώ να συνηθίσω στα σκοτάδια.
Μέσα στα υγρά του μάτια φαινόταν να τρεμοπαίζει μια ξεθωριασμένη κραυγή. Άρχισε τότε, να κλαίει με λυγμούς.
Τον αγκάλιασα και του χάιδεψα τα μαλλιά.
Πάντα ένα άγγιγμα, κι ένα βλέμμα δείχνουν τα ασθήματα μας με μεγαλύτερη ακρίβεια από τα λόγια.
Κι αυτός με κοίταζε. Με κοίταζε μ' ένα βλέμμα, που λες και το είχε σκάσει από την κόλαση κι έψαχνε να κρυφτεί στο πρόσωπο μου, να γλιτώσει.
Τελικά η κόλαση είναι η ζωή που σταμάτησε μες τη ζωή.
Έπειτα όλα έμοιαζαν σαν να χρωματίστηκαν μ' ένα βαθύ, σκοτεινό μπλε. Ένα βαθύ, απειλητικό μπλε, σαν δάκρυ σιωπής. Ακουγόταν μονάχα ο ήχος της θάλασσας. Η θάλασσα δεν ξέρει από σιωπές. Δεν έχει αναμνήσεις. Περάσανε μερικά λεπτά έτσι μέχρι που ήρθε ο ήχος μια μοτοσυκλέτας να κουρελιάσει την σιωπή.
Μετά λίγο σηκωθήκαμε κι αρχίσαμε να βαδίζουμε αργά, σταθερά, λες και τα βήματα μας ήταν κάποιο θρησκευτικό τελετουργικό, ικανό να θεραπεύσει πληγωμένες ψυχές.
Του έπιασα το χέρι και του χαμογέλασα. Απάντησε με χαμόγελο στο χαμόγελο μου.
Πόσοι άνθρωποι προσπαθούν να βρουν κάτι μέσα τους να πιαστούν. Μια τρυπούλα να δραπετεύσουν. Ένα φωτάκι, έστω μια πυγολαμπίδα, να προσανατολιστούν. Τίποτα. Πουθενά. Σκοτάδι πηχτό, παντού.
Μετά από λίγη ώρα φτάσαμε στο αυτοκίνητο μου μπήκαμε μέσα και κατευθυνθήκαμε για το σπίτι του. Σύντομα βρεθήκαμε να στεκόμαστε έξω από την είσοδο της πολυκατοικίας του.
Με κοίταξε στα μάτια. Τον κοίταξα κι εγώ. Ύστερα μ' έσφιξε στην αγκαλιά του, ώρα πολλή. Έπειτα με φίλησε. Ήταν ένα απαλό, ευγενικό φιλί. Ένα φιλί που δεν ζητούσε τίτοτα πιο πέρα. Μετά από τόση ώρα στο λιμάνι είχαμε νιώσει και οι δύο μας μια ζεστασιά, μια οικειότητα. Τέτοιου είδους φιλί ήταν.
- Είσαι υπέροχος. Δεν έχω συναντήσει άλλον άνθρωπο σαν εσένα.
- Να προσέχεις, του είπα.
Ύστερα πέρασε την είσοδο της πολυκατοικίας του, κι έγω έμεινα εκεί να τον κοιτώ μέχρι που χάθηκε από το βλέμμα μου και έσβησε το φως της εισόδου.
Φεύγοντας ξαναπέρασα με το αυτοκίνητο από το λιμάνι. Από το παράθυρο τώρα ερχόταν
ένα ελαφρύ αεράκι απ' την μεριά της θάλασσας όχι όμως τόσο ικανό για να διώξει απόψε τις στάχτες που κουβαλούσε η ψυχή του Νίκου από έναν καμένο ήλιο...
Τελικά ... Ξέρεις τη σκέφτομαι; Οι ευτυχισμένοι άνθρωποι είναι επιζήμιοι στη κοινωνία. Δεν προσφέρουν τίποτα. Παίζουν το πουλί τους. Όπως επίσης και οι απελπισμένοι. Την ίδια δουλειά κάνουν, αλλά με άλλο τους το χέρι. Χρήσιμοι είναι οι πληγωμένοι. Αυτοί προσπαθούν, με νύχια και με δόντια, να ξεφύγουνε από τα δίχτυα. Και προσπαθώντας, καμιά φορά, χωρίς να το επιδιώκουν γίνονται δάσκαλοι.
Μας φέρνουν κοράλια από το βυθό τους ...
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου