Διάτρητη ψυχή

Το παράθυρο ανοιχτό. Οι κουρτίνες ανεμίζουν απο το ασθενικό αεράκι. Είναι μια κρύα βραδιά του Γενάρη. Πριν λίγο στεκόμουν μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο και κοιτούσα το χιόνι που έπεφτε. Μια απέραντη σιωπή κυριαρχούσε, κανένας θόρυβος δεν φανέρωνε ανθρώπινη παρουσία.Ο Γενάρης μήνας σκληρός. Απο τις χειρότερες περιόδους της ζωής μου. Νωρίτερα προσπάθησα να κοιμηθώ, χωρίς να το κατορθώνω.
Με κυνηγάνε χίλιες σκέψεις. Βαραίνει η ψυχή μου. Βουλιάζει. Με πληγώνουν οι άνθρωποι, με πληγώνουν τα αισθήματα, με πληγώνουν οι αναμνήσεις. Αυτό τον μήνα μόνο άσχημα νέα έχω μάθει για πρόσωπα δικά μου αγαπημένα αλλά και για πρόσωπα μακρινά αλλά οχι ξένα, πρόσωπα με ξεχωριστή θέση στο σαλονάκι της ψυχής μου.

Αυτό όμως που μ' έχει διαλύσει είναι η αναμονή. Η μάνα μου θα κάνει εγχείρηση σε λίγες ημέρες και για πρώτη φορά στην ζωή μου φοβάμαι.
Μπροστά της όμως χαμογελώ, προσπαθώ να της δώσω κουράγιο της λέω πως όλα θα πάνε καλά και να μην ανησυχεί. Το καταφέρνω.

'Οπως τα κατάφερα και πριν μερικά χρόνια όταν αυτοκτόνησε ο μικρότερος της αδερφός. Ένας άντρας τριαντατριών χρονών, που σε μια αδιέξοδη στροφή της ζωής του αποφάσισε
ν' αφεθεί, να φύγει. Αυτό το τραγικό γεγονός μας διέλυσε, μα περισσότερο τη μάνα μου.
Μια γυναίκα χαρούμενη, μ' ένα χαμόγελο τόσο πλατύ που δεν χώραγε στο πρόσωπο της.
Ξαφνικά συννέφιασε το βλέμμα της και βυθίστηκε στη σιωπή.

Ένα χρόνο πάλεψα για να την συνεφέρω. Ώρες ατελείωτες πέρασα δίπλα της, συζητώντας μαζί της για να μη μαζέψει κατακάθι η ψυχή της, για να φύγει το φαρμάκι του πόνου, να εξατμισθεί, να μην κάνει κρούστα μέσα της και την πνίξει.
Η μάνα μου βρήκε ξανά την ισορροπία στην ψυχή της, το χαμόγελο της.
Σκέφτομαι, καμιά φορά πως η αγάπη μοιάζει σαν το αίμα. Για να δεχτείς τη μετάγγιση, πρέπει να έχεις την ίδια ομάδα. Σε σώζει μονάχα η αγάπη εκείνων που έχεις διαλέξει ν' αγαπάς.

Η δική μου ψυχή όμως γέμισε ρωγμές, πληγώθηκε.

Κι αγάπη αγκυλώνει καμιά φορά...

Η πιθανότητα να συμβεί κάτι κακό, η σκέψη αυτή μου μαυρίζει χωρίς να το θέλω, τον ορίζοντα. Ψάχνω διεξόδους σε ασχολίες αγαπημένες για να ξεχαστώ, όπως τη δουλειά μου, τα βιβλία μου, τα χαρτιά και τα μολύβια μου (κι ας μην καταφέρανε ποτέ να δώσουν άσυλο στην ψυχή μου).
Από παιδί θυμάμαι τον ευατό μου να ζωγραφίζει κατοικίες, δρόμους, πλατείες ποτέ όμως ένα καταφύγιο. Ένα καταφύγιο για την ψυχή μου για να τρέχει εκεί όταν φοβάται.

Είμαι δυνατός χαρακτήρας, ξέρω πως είναι μια προσωπική κρίση και θα μου περάσει. Προσπαθώ να σκέφτομαι θετικά. Δεν είναι η πρώτη φορά που νιώθω να βρίσκομαι μέσα σε δίνη. Ξέρω πως πάντα πίσω από τα μαύρα σύννεφα κρύβεται ένας ήλιος λαμπερός.

Απόψε ένιωσα έντονα την ανάγκη ν' ακουμπήσω κάπου τον φόβο μου. Να τον λύσω, να μην τον τυλίγω σαν κουβάρι. Ένα μπερδεμένο κουβαράκι νήμα είναι κι η ψυχή μου που ψάχνει να δέσει την άκρη της μ' ένα άλλο, για να συνεχίσει.

Στάθηκα μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο, σταμάτησε να χιονίζει. Λευκό χρώμα απλώθηκε παντού. Το λευκό που προσπάθησε να χωρέσει απόψε στο σκοτάδι.
Έκλεισα το παράθυρο, κάνει τόση παγωνιά.
Κοιτώ την οθόνη, χορεύουν τα γράμματα στα μάτια μου σαν μικρές νιφάδες , ξεπηδούν από τον υπολογιστή και πυκνώνουν, παγώνουν το πρόσωπο, τη σκέψη, τα χέρια.

Ας βρισκότανε τώρα κάποιος διπλα μου να μου ζεστάνει τα χέρια.
Να μου πει ψιθυριστά, μη φοβάσαι.
Ας βρισκότανε, λέει...

Ιωάννα

Κυριακή, μεσημέρι. Έχω βουλιάξει στον καναπέ περιμένοντας λυτρωτικά να 'ρθει ο Μορφέας να με πάρει. Ανοίγω την τηλεόραση για να διευκολύνω τον ερχομό του. Παρακολουθώ μια επετειακή εκπομπή καναλιού και αναμένω. Θα 'ρθει λέω, δεν μπορεί. Μάταιος κόπος, αντ' αυτού ήρθε να με βρει η νοσταλγία και έχει τη μορφή της Ιωάννας. Μια απο τις συμμετέχουσες στην εκπομπή που παρακολουθώ είναι και η Ιωάννα. Η έκπληξη μου μεγάλη! Ξαφνιάστηκα όμορφα! Πόσα χρόνια έχω να τη δω, πόσο μεγάλωσε, συγκινήθηκα.
Ο νους μου πλημμυρίζει από εικόνες, γυρνά στην πρώτη μας συνάντηση...

Τέλη Ιανουαρίου. Ήταν βραδάκι. Έκανε κρύο. Βαριόμουνα να βγω έξω. Είχα ξαπλώσει στο κρεβάτι μου και διάβαζα ένα βιβλίο. Χτύπησε η πόρτα και σηκώθηκα ν' ανοίξω. Ανοίγοντας την πόρτα αντίκρυσα ένα νεαρό όμορφο ψιλόλιγνο κορίτσι, με μακριά καστανά μαλλιά και φοβισμένο βλέμμα. Φορούσε ένα παλιό τζιν παντελόνι, κι ένα φαρδύ κόκκινο πουλόβερ. Με χαιρέτησε δειλά, μου είπε τ' όνομα της και πως πρόσφατα μετακόμισε στο διπλανό διαμέρισμα. Μου ζήτησε αν μου περισσεύει ένα μπουκάλι νερό γιατί έχει ξεμείνει και πως το περίπτερο από κάτω είναι κλειστό για ν' αγοράσει. Της έδωσα ένα μπουκάλι νερό και φεύγοντας μου είπε ευχαριστώ χαμογελώντας. Την επόμενη μέρα την ίδια ώρα περίπου μου ξαναχτύπησε την πόρτα, αυτή τη φορά για να μου επιστρέψει ένα μπουκάλι νερό. Της είπα να περάσει μέσα αν ήθελε. Αρχικά ήταν διστακτική αλλά τελικά δέχτηκε.

Κάθησε απέναντι μου και με κοιτούσε ερμηνευτικά. Δυο πελώρια θλιμμένα καστανά μάτια. Το βλέμμα της αν και εξεταστικό δεν μ' ενοχλούσε. Ήταν ένα βλέμμα, φοβισμένου ανθρώπου, φθαρμένο, που όμως δεν άφηνε χαρακιές. Απλώς φαινόταν σαν κάτι ν' αναζητούσε, ένα τοπίο ίσως να βρει να τρυπώσει. Ντροπαλή πολύ, μιλούσε ελάχιστα, δεν γελούσε σχεδόν καθόλου παρά τις φιλότιμες προσπάθειες μου. Έβγαζε όμως μια θαλπωρή η παρουσία της. Μια ζεστασιά. Έδειχνε με τον τρόπο της ότι με συμπάθησε. Η συμπάθεια ήταν αμοιβαία.

Κάπως έτσι μπήκε στην ζωή μου, τρύπωσε τρυφερά και κόλλησε σαν δροσερό φυλλαράκι στην ψυχή μου.

Η Ιωάννα ένα κορίτσι δεκαοχτώ χρονών που έφευγε για πρώτη φορά από το νησί της, ερχόμενη να σπουδάσει Λογιστική στο ΤΕΙ της πόλης. Ένα πλάσμα πονεμένο, μελαγχολικό που έτρεμε κάθε φορά που της τηλεφωνούσαν από το σπίτι της φοβούμενη τα χειρότερα για το πρόβλημα υγείας του πατέρα της.
Όλη τη μέρα την περνούσε στη σχολή της και το βράδυ στο σπίτι πάντα μόνη, συντροφιά με το ραδιοφωνάκι της. Δεν είχε παρέες.

Έτσι αποφάσισα να γίνω εγώ η παρέα της.
Της αφιέρωνα τον χρόνο μου κάθε Κυριακή, ήτανε η μόνη μέρα της εβδομάδας που μπορούσα να το κάνω. Η αλήθεια είναι πως με την Ιωάννα στους μήνες που ακολούθησαν ζήσαμε πολλές όμορφες στιγμές μαζί.

Περάσαμε μαζί τα πρώτα της γενέθλια μακριά από το νησί της, πίνοντας κουν-κουάτ και τρώγοντας παστέλι. Θυμάμαι την χαρά και την συγκίνηση της αντικρύζοντας τον μεγάλο λούτρινο σκύλο δαλματίας που της έκανα δώρο. Δάκρυσε, με αγκάλιασε σφιχτά, με φίλησε τρυφερά και μου είπε πως θα του έδινε το όνομα μου και πως τις νύχτες θα κοιμάται αγκαλιά μαζί του. Οι λέξεις αυτές τρύπησαν την ψυχή μου. Ήμουν έτοιμος να δακρύσω, ψιθύρισα ευχαριστώ.
Μια εκδήλωση αγάπης, έστω ασήμαντη, έχει τόση δύναμη, όσο μια ατομική βόμβα.

Θυμάμαι τους περιπάτους που κάναμε τα μεσημέρια στο λιμάνι, τα βράδυα για ποτό στα μικρά μπαράκια, τις νύχτες στο σινεμά βλέποντας πάντα αισθηματικές κομεντί που της άρεσαν.
Μου άρεσε που πάντα με κράταγε τρυφερά το χέρι και ακουμπούσε το κεφάλι της στον ώμο μου. Ένιωθα την κάθε της κίνηση σαν ένα κύμα αγάπης, που με παρέσυρε.

Κι εγώ την έπαιρνα από το χέρι και προσπαθούσα να την οδηγήσω, να της δείξω δρόμους μυστικούς απ' όπου θα μπορούσε ν' αποδράσει, γιατί η ψυχή της δε γνώρισε άλλο τοπίο, εκτός από αυτό που της είχε δείξει ο δικός της ήλιος. Κι αυτή μ' ακολουθούσε, μέσα στις δικές μου χαρακιές της ψυχής έβρισκε δρόμο να κυλήσει ο δικός της καημός.

Οι μήνες περάσαν γρήγορα, έγιναν χρόνος. Η Ιωάννα βρήκε σιγά, σιγά την αυτοπεποίθηση της, κοινωνικοποιήθηκε στην σχολή της, έκανε παρέες. Το χαμόγελο ήταν πλέον μόνιμα ζωγραφισμένο στο πρόσωπο της. Μ' άρεσε που την έβλεπα χαρούμενη, που τις χάρισα στιγμές ευδαιμονίας, που έσβησα για λίγο την θλίψη απ' την ψυχή της.
Σ' όλους αξίζει αυτή η μεταχείρηση.

Κάποια στιγμή χώρισαν οι δρόμοι μας. Εγώ έφυγα για να κάνω την θητεία μου στο ναυτικό, έπειτα μετακόμισα, άλλαξα και πόλη. Η Ιωάννα με το τέλος των σπουδών της ξαναγύρισε στο νησί της. Χαθήκαμε. Δεν ξαναβρεθήκαμε ποτέ.

Όλα αυτά που ζήσαμε τότε, τα φωτογράφισε η ψυχή μου. Τα 'χει φυλάξει στο άλμπουμ της. Όταν οι νύχτες γίνονται πελώριες και τ' αστέρια μου ματώνουν την ψυχή, κάθομαι και τις ξεφυλλίζω αυτές τις στιγμές.
Για μένα το παρελθόν μου δεν είναι καρφί. Είναι ένα βελούδινο μαξιλαράκι που γέρνει η ψυχή μου και αναπαύεται. Το παρόν μου είναι δύσκολο, και το μέλλον μου αβέβαιο.

Η Ιωάννα ήρθε σε μια ευτυχισμένη περίοδο της ζωής μου, τότε που ολα έμοιαζαν μαγικά, τότε που είχα περίσσευμα αγάπης να δώσω.
Αν συναντούσα το κορίτσι αυτό σήμερα ίσως να μην είχα τις αντοχές να της χαρίσω όμορφες στιγμές. Δεν έχω πια αποσκευές γεμάτες νερό για να ξεδιψάσει ο καθένας. Δεν κάνω τον βαρκάρη, για να περάσω όποιον μου το ζητάει στην απέναντι όχθη. Έχω λερώσει και το βλέμμα μου. Νομίζω πως έχω ξεχάσει και το pin της αθωότητας μου.

Απλά θα ήθελα απόψε, όπως και τότε να πάω την Ιωάννα μέχρι την πόρτα του σπιτιού της και να της πω :
Καλό βράδυ, μικρή μου!
και εκείνη να μου πει με το πιο γλυκό της χαμόγελο
Καληνύχτα, Κωνσταντίνε μου!