Εγκαίρως...

Πάλι τα θαλάσσωσα. Βιαστικός κι αφηρημένος όπως πάντα, ξέχασα,
ποιος ξέρει σε τι στέκια, προσφιλή μου πράγματα.
Μια ομπρέλα, ένα κινητό, ένα χάδι κι ένα φιλί.
Η ομπρέλα μου είχε χρώμα σταχτί. Λες κι ήταν πάνω της ένα σύννεφο.
(Την άνοιγα, συνήθως, μόλις τελείωνε η βροχή, αλλά αυτό αποτελεί
ευαίσθητο, προσωπικό μου δεδομένο).
Το κινητό μου έδειχνε μήνυμα, αλλά δεν είχα βρεί καιρό να το διαβάσω.
(Έτσι κι αλλιώς, δεν περιμένω την λύτρωση μέσω μηνύματος).
Το χάδι μου ήταν μελί. Σκούρο μελί, σαν την καρδιά της μέλισσας.
Το φύλαγα για εκείνο το αδέσποτο σκυλάκι που παραστέκει κάθε μέρα
στην πόρτα μου και με καλωσορίζει.
(Κι ο γείτονας παραστέκει με τη φόλα στην τσέπη του αλλά εγώ και
τ΄αδέσποτο μου περίπου αναγνωρίζουμε τις φόλες. Περίπου. Το τονίζω).
Α! Το φιλί! Το φιλί, ήταν ένα ενθύμιο.
Το είχα στείλει μια φορά -αφηρημένος πάντα και βιαστικός- σε λάθος
διεύθυνση.
Περιπλανήθηκε λιγάκι, αλλά γύρισε εγκαίρως πίσω.
(Το εγκαίρως δεν έχει καμιά σημασία στην περίπτωση μου).
Ένα ξεθωριασμένο, φιλί!
Μάλλον θα πρέπει στο εξής να γίνω πιο προσεχτικός.
Μάλλον θα πρέπει να μαζέψω ότι δεν ξέχασα εδω κι εκεί και να
κατασκευάσω μια σχεδία, που θα με οδηγήσει στη ακτή.
(Εγκαίρως. Θα ήταν το σωστό, να πει κανείς. Αλλά γιατί, αισθάνομαι
τόσο ανυπεράσπιστος μπροστά σ΄αυτή τη λέξη!)

Η κούραση πιο γρήγορη κι απ΄τη ζωή

Είναι γύρω στις εννέα το βράδυ, έχω γυρίσει στο σπίτι μου και έχω καθήσει στο γραφείο μου, μπροστά στον υπολογιστή για να συνεχίσω τη δουλειά μου. Δουλεύω συνήθως καθημερινά μέχρι και δέκα ώρες, αλλά σήμερα έχω ξεπεράσει τις δεκατρείς ώρες, σχεδόν αδιάκοπα.
Νιώθω εξαντλημένος.
Έβαλα ένα CD με ορχηστρική μουσική να παίζει, για να με χαλαρώσει.
Δυστυχώς όμως η μουσική είχε τα αντίθετα αποτελέσματα, κατάφερε να γίνει εκνευριστική και την έκλεισα. Η μουσική σε βοήθα μόνο όταν είσαι πλήρως δοσμένος στην δουλειά σου, όταν δεν την ακούς, όταν περιμένεις να σου έρθει η έμπνευση κάθε ήχος μπορεί να σου την σπάσει...
Η σιωπή που επικρατεί τώρα όμως δεν είναι καθόλου δημιουργική. Δεν είναι όπως η σιωπή της αυτοκατάδυσης. Αυτή είναι η σιωπή του εκνευρισμού, μια σιωπή διαλυτική, σαν να ψάχνεις με τις κεραίες σου ένα σταθμό και δεν καταφέρνεις να τον βρεις στην μικρή οθόνη του μυαλόυ σου.
Νιώθω τόσο άδειος και στείρος από κάθε έμπνευση.
Η παραγγελία του πελάτη δεν με γεμίζει, νιώθω ασφυκτικά γύρω μου τον κλοιό της βιοτεχνικής μονάδας που πρέπει να μελετήσω.
Το κεφάλι δεν συνεργάζεται πλέον με το χέρι.
Δεν θέλω να είμαι πάντα κουρασμένος, να μην προλαβαίνω ούτε να σκεφτώ. Όσο περνά ο καιρός γίνεται όλο και πιο τρομακτικό.
Τα μάτια μου κλείνουν από την κούραση, η ώρα περνά κι εγώ να βουλιάζω σταδιακά σε λήθαργο.
Πάω για ύπνο, εξαντλήθηκα...

καλό ταξίδι...

Ποιά θα είναι η ρότα μου;
Ειλικρινά δεν ξέρω. Το ταξίδι δύσκολο.
Αλλά στο κάτω κάτω, πάντα θα υπάρχει
ο πολικός αστέρας...