Υπάρχουνε χρονιές που περνάνε εξαιρετικά αργά, χωρίς μεγάλες στιγμές να τις σημαδεύουν.
Μια τέτοια χρονιά ήτανε και αυτή που κοντεύει να φύγει για εμένα.

Το 2009 θα το θυμάμαι σαν μια απέραντη έρημο, μια χρονιά γεμάτη βαθιά άμμο, μέσα στην οποία ένιωθα πως κάτι χάνω στο κάθε μου βήμα.

Οδοιπόρος σε ένα τοπίο χωρίς χαραγμένους δρόμους.
Κουρασμένος και με το κεφάλι σκυφτό να περιφέρομαι μ' ένα σακίδιο στην πλάτη γεμάτο όνειρα και προσδοκίες.

Αυτός ο χρόνος σερνόταν σαν δύσκολα βαριά βήματα. Αγωνιζόμουν να προχωρήσω, να ξεμπερδέψω τη μια μέρα μετά την άλλη. Την ίδια μέρα, μετά την άλλη. Ξανά και ξανά.
Ζούσα τη μέρα της μαρμότας.

Οι μεγάλες αλλαγές που περίμενα να συμβούν στην ζωή μου, δεν ήρθανε.
Μόνο κάτι στιγμές που ήρθαν τελικά, για μένα ήτανε σκηνικά δυο διαστάσεων, ασήμαντα και ανούσια μαιμουδίσματα.

Το μόνο που πέρνω από αυτή την χρονιά που φεύγει είναι εκείνο το μικρό πληγωμένο γαλάζιο νυχτολούλουδο από τον ουρανό που συνάντησα σε μια γωνιά της ερήμου.

Πόση βροχή μπορεί να σηκώσει ένα μικρό νυχτολούλουδο;
Πόσους ανέμους να λυμαίνονται την ψυχή του;
Πόσο να φοβάται όταν σβήνει ο ήλιος;

Το έχω βάλει στο μέσα τσεπάκι της ψυχής μου...

Το ξέρω πως θα με πληγώσει, αλλά δε βαριέσαι!
Συνήθησε η ψυχή μου να κουβαλά πληγωμένους!

Στη θάλασσα...

Δύσκολη μέρα και η σημερινή. Πολλές οι σκοτούρες. Κι όπως συνηθίζεται έρχονται όλες μαζί.
Νιώθω σαν τον ταχυδακτυλουργό που πετά τις μπάλες στον αέρα και προσπαθεί να μην του πέσουν, την ίδια στιγμή το πλήθος μου πετά κι άλλες μπάλες αλλά λόγω χαρακτήρα δεν επιτρέπω να μου πέσει καμία. Θέλω να τα κάνω όλα τέλεια ή σχεδόν τέλεια.

Είχα τρία ραντεβού με πελάτες στην εταιρεία σήμερα, και τα τρία στέφθηκαν με απόλυτη επιτυχία.
Το ένα εκ των τριών ραντεβού μου ήταν με ένα νέο ζευγάρι στην ηλικία μου περίπου. Η επικοινωνία μας ήταν από την αρχή εμφανής, υπήρχε απόλυτη ταύτιση ιδεών και αισθητικής.
Η αλήθεια είναι πως την συγκεκριμένη μελέτη την δούλεψα πολύ, κουράστηκα γι' αυτήν και γι' αυτό ήθελα να την κερδίσω οπωσδήποτε.
Ο ενθουσιασμός και το πάθος μου κατά την παρουσίαση ήταν κάτι παραπάνω από εμφανής. Με το τέλος της, οι πελάτες ενθουσιασμένοι και οι συνάδελφοι με το στόμα ανοιχτό.
Ένιωσα ικανοποιημένος, χαρούμενος θα έλεγα.
Είναι όμορφο να σου εμπιστεύονται το όνειρο τους.

Με όλα αυτά η ώρα πέρασε πιο γρήγορα στο γραφείο σήμερα. Ώρα να την κάνω σκέφτηκα, έτσι φόρεσα το παλτό μου, πήρα την τσάντα μου και ξεκίνησα για το αυτοκίνητο.

Ο καιρός έξω ήταν μουντός με τον ουρανό γεμάτο βαριά σύννεφα.
Φτάνοντας στο αυτοκίνητο σκέφτηκα να τηλεφωνήσω σε έναν φίλο μου να βρεθούμε για φαγητό, άλλωστε είχα λόγους να θέλω να το γιορτάσω. Έδιωξα όμως γρήγορα αυτή τη σκέψη γιατί θα έπρεπε να πάω να τον πάρω από την δουλειά του πράγμα που σημαίνει πως θα έπρεπε να οδηγήσω τουλάχιστον μισή ώρα ως εκεί. Από την άλλη δεν την διάθεση ν' ακούσω τα προβλήματα του και να κάνω τον ψυχολόγο άλλη μια φορά, τουλάχιστον όχι σήμερα.
Είναι κουραστικό να θέλουν όλοι να μου πούνε το κάθε πρόβλημα που τους απασχολεί. Τι μαρτύριο κι αυτό.

Βαρέθηκα ν' ανάβω φωτιές μια ζωή για να ζεσταθούν οι άλλοι και στο τέλος να ξεπαγιάζω πάντα εγώ...

Δεν ήθελα όμως να πάω και στο σπίτι μου κι έτσι σκέφτηκα να κάνω μια βόλτα με το αυτοκίνητο. Το που θα πήγαινα δεν το ήξερα, αλλά δεν είχε και τόση σημασία.
Έτσι ξεκίνησα.

Η βροχή έπεφτε ψιλή αλλά ο αέρας την έφερνε με ορμή πάνω στο αυτοκίνητο. Φυσούσε ο γνώριμος σ' αυτά τα μέρη βοριάς, η θερμοκρασία ήταν χαμηλή, το φως της μέρας λιγόστευε κι η συννεφιά έκανε ακόμη πιο σκοτεινό το απόγευμα.
Ο άνεμος, ορμητικός, ερχότανε απ' όλες τις μεριές κι έφερνε μαζί του το βογκητό των κυμάτων.
Κάπου εδώ κοντά θα βρίσκεται η θάλασσα σκέφτηκα και βγήκα από τον αυτοκινητόδρομο.
Πολύ σύντομα βρέθηκα μπροστά σε μια σχεδόν ερημική παραλία.
Μια μικρή παραλία με βότσαλα.
Βρήκα ένα απόμερο μέρος και πάρκαρα. Μύριζε αρμύρα καθώς ο αέρας άρπαζε τα σταγονίδια των κυμάτων και τ' ανακάτευε με τη βροχή. Η θάλασσα ήταν άγρια, κυματώδης.

Τράβηξα το κάθισμα του αυτοκινήτου τέρμα πίσω, έβαλα ένα cd να παίζει και έμεινα εκεί να την κοιτώ...

Η θάλασσα μια προοπτική ελευθερίας.

Πόσο καιρό είχα να το κάνω αυτό σκέφτηκα.
Η σκέψη μου γέμισε αναμνήσεις, γύρισε στα φοιτητικά μου χρόνια στο Ηράκλειο τότε που πολλές από τις στιγμές που έζησα εκεί ήταν συνδεδεμένες με τη θάλασσα.

Βραδιές με μπύρες δίπλα στη θάλασσα στον Κούλε το ενετικό φρούριο στο παλιό λιμάνι της πόλης παρέα με τους συμφοιτητές μου.

Ρομαντικές στιγμές πάνω στο τείχος του λιμενοβραχίονα τα ζεστά καλοκαιρινά βράδυα.

Μοναχικοί περίπατοι ως το τέλος του βραχίονα. Τον μακρύ εκείνο βραχίονα που ποτέ κανείς δεν είχε την αντοχή ή την διάθεση να περπατήσει περισσότεο από το ένα πέμπτο του.
Μονάχα εγώ, με αργό βηματισμό, σκεπτόμενος πόσο μακριά θέλω να φτάσω.
Ελεύθερος από τα επίγεια, μακρινός παρατηρητής της ζωής και του ευατού.

Πόσες ώρες πέρασα σ' αυτό το κομμάτι τεχνητής γης αγνατεύοντας το κρητικό πέλαγος παρέα με ένα βιβλίο ή ακούγοντας μουσική μέχρι να σκοτινιάσει και ν' ανάψει το φως εκεί στην άκρη του λιμενοβραχίονα.

Όποιος το έχει ζήσει θα με καταλάβει...

Έτσι και τώρα εδώ κοντά στην υδάτινη μήτρα ακούγοντας μουσική, μετά από ώρα νιώθω τόσο γαλήνιος, τόσο ξεκούραστος, τόσο ελεύθερος...

Μάλλον θα πρέπει να το κάνω πιο συχνά.

Επιστρέφοντας τώρα στο σπίτι και με την αίσθηση μιας γλυκιάς ανακούφισης συνεχίζω ακόμη να σιγοτραγουδώ ένα από τα τραγούδια που άκουγα νωρίτερα

Πάλι βρέχει κι βροχή ψιθυρίζει στην καρδιά σου
τη μικρή χαρά σου, την τρανή σιωπή
να μπορούσα μια στιγμή όλα να τ' αλλάξω...

Προσμονή...

Ημέρα Κυριακή, προς το σούρουπο.
Ένα σούρουπο γλυκό, σαν ρόφημα ζεστής σοκολάτας.

Προχωρούσα. Έσερνα τις αποσκευές μου, έσερνα τα βήματα μου,
έσερνα τη ζωή μου. Προχωρούσα...

Επέστρεψα από το ταξίδι και στο σπίτι κανείς. Ησυχία.
Απόλυτη ησυχία.

''Σαν άδειο σπίτι να με ανοίξεις
και τη σιωπή μου μη φοβηθείς
το όνομα σου να ψιθυρήσεις
και στη δροσιά μου να κοιμηθείς''

Άφησα τις αποσκευές μου στο υπνοδωμάτιο, έβγαλα τα ρούχα μου
και κατευθύνθηκα στο μπάνιο για ένα γρήγορο κρύο ντούς για να
διώξω από πάνω μου τη μυρωδιά του ταξιδιού.

Ένα ταξίδι κουραστικό, βαρετό θα έλεγα. Δεν πέρασα καλά.
Το γιατί;
Η παρέα μου που δεν με γεμίζει πλέον, η έλλειψη διάθεσης από μέρος
μου, ίσως και η απουσία ενός συντρόφου.

Το ταξίδι αυτό αναλώθηκε σε κουραστικούς περιπάτους, σε βαρετές
συζητήσεις στα καφέ-μπαρ και σε ατελείωτο shopping. Δεν έχω
ξοδέψει περισσότερα χρήματα για ρούχα σε ταξίδι ποτέ άλλοτε.

Ίσως γιατί το κενό ντύνεται με ωραία ρούχα, για να καλυφτεί.
Αλλά χάσκει, παραμονεύει πάντα, κάτω από τα ρούχα. Έτσι το
πρόβλημα παραμένει πρόβλημα. Κι η ψυχή, που λένε είναι ο κενός
χώρος μες το κενό. Έκει έχει την έδρα της. Κι αναθυμιάζει όταν
κάτι δεν τη γεμίζει. Ηρεμεί αντίθετα όταν κάτι την πληρώνει.

Το ταξίδι τελείωσε και το μόνο που θα το θυμίζει
(εκτός από τα ρούχα στη ντουλάπα)
είναι το χαμόγελο του, το φλερτ του και γενικά η
όμορφη παρουσία από εκείνο το ξανθό αγόρι που ήταν σαν
μια θεότητα από κάποια χώρα του βορρά.

Δεν μετανιώνω που δεν έκανα κάτι μαζί του.
Η μοναξιά μου όμως τη νύχτα εκείνη ήταν δυο νούμερα μεγαλύτερη
από την αντοχή μου...

Λίγο πριν τα μεσάνυχτα και έξω άρχισε να βρέχει.
Μια σιγανή ψιχάλα πέφτει και στη ψυχή μου.
Νομίζω πως τώρα είναι η ευκαιρία μου να φυτέψω βολβούς στη
μοναξιά μου και να ονειρεύομαι μια άνοιξη μόνο δική μου.

Μπορεί να μην έρθει ποτέ.
Δεν με νοιάζει.
Φτάνει πως έχω την διάθεση πλέον να την περιμένω...
Αυτή η αβάσταχτη ανάγκη, να θέλεις σε κάποιον να χαριστείς.
Κι αυτός ο κάποιος, να μην μπορεί να πάρει μια μορφή, μες στο
μυαλό σου.
Να θέλεις να μαδήσεις την ύπαρξη σου. Να τη σκορπίσεις.
Να την πυρπολήσεις, μόνο για χάρη του.
Να θέλεις να του αφιερώσεις ένα τραγούδι. Να του στείλεις
ένα φιλί.
Και να μη βρίσκεις πουθενά τα χνάρια του για να τ' ακολουθήσεις.


Είναι κι αυτός ο τεράστιος ήλιος, που έχει κουλουριαστεί μες
στην ψυχή μου.
Θέλει ένα τρυφερό βλέμμα για να σηκωθεί. Ένα άγγιγμα απαλό,
έστω στην άκρη των μαλλιών...
Τόσo πολλά γυρεύει ο άτιμος για να μεσουρανήσει;
Tόσο δύσκολα;

10 χρόνια μετά...

Πόσο οι δρόμοι των ανθρώπων μοιάζουν με τα τρένα που συναντιούνται και προσπερνιούνται και δεν προφταίνουν να συμβιώνουν τη σχέση τους.
Ένα τρένο που να ΄ναι ταυτόχρονα και μηχανή και βαγόνι και άλλο τρένο μαζί, στην άλλη γραμμή, το ίδιο, όμως, δε θα μπορούσε να υπάρξει;


Έχουν περάσει δύο χρόνια από την τελευταία μου επίσκεψη στην Κρήτη. Αυτός ο τόπος σημαίνει πολλά για εμένα, έχει σημαδέψει με πολλούς τρόπους την ζωή μου. Κάθε φορά που τον επισκέπτομαι νιώθω σαν τον ναυαγό σε μια απέραντη νοσταλγία.


Αυτή τη φορά η απρόσμενη συνάντηση με τον φοιτητικό μου έρωτα στο κέντρο του Ηρακλείου μετά από δέκα χρόνια περίπου μου ξύπνησε γλυκές αναμνήσεις.


Πόσο είχε ωριμάσει. Αλλά παρέμεινε με το ίδιο θλιμμένο βλέμμα της χαράς, με το ίδιο ωραίο πρόσωπο της λύπης, με το ίδιο σώμα που μαγνήτιζε και τη φωνή που ληθαργούσε.
Το παιδί αυτό του μεσημεριού, της νύχτας, της αυγής, αυτό το παιδί του πέρα κι αλλού ήταν τότε για εμένα η γη και ο ουρανός μου.


Δεν είπαμε πολλά.
Βιαζότανε γιατί ήτανε καλεσμένος σε δείπνο μου είπε.
Χαιρετηθήκαμε κάπως αμήχανα και έπειτα τον είδα να χάνεται μέσα στο πλήθος της Δαιδάλου κρατώντας στο χέρι του ένα μικρό μπουκέτο από κίτρινες μαργαρίτες.


Η ζωή όμως δεν μοιάζει καθόλου με τα μυθιστορήματα.
Η ζωή συνεχίζεται, αυτό είναι το χειρότερο της περισσότερες φορές και κάθε μέρα σε καλεί να αποδείξεις σε σένα τον ίδιο πρώτα τον σκοπό της ζωής σου.


Το πέρασμα του αυτό το βιαστικό από την ζωή μου απελευθέρωσε μέσα πηγές ενέργειας. Επιστρέφοντας από το νησί ξανακύλησα στο γνωστό μου ρυάκι : δουλειά, δουλειά, δουλειά...


Αν συναντήσετε εκείνο το μελαγχολικό αγόρι να μαδάει μια μαργαρίτα κατώ από ένα δέντρο πείτε παρακαλώ πως το τελευταίο φύλλο το έχω κρυμμένο.... στην καρδιά μου.

ΒΡΟΧΙΝΕΣ ΕΞΙΣΩΣΕΙΣ

Φθινοπωριάτικο πρωινό.
Συννεφιασμένη μέρα, συννεφιασμένος κι εγώ.
Ύπουλα σύννεφα στο βάθος του ορίζοντα πυκνώνουν και χαμηλώνουν απειλητικά.
Έχει αρχίσει μια σιγανή, πεισματάρικη, μελαγχολική βροχή.

Περπατούσα γρήρορα. Σχεδόν έτρεχα. Δεν ήθελα να σκέφτομαι. Μόλις ερχόταν στο μυαλό μου κάποια σκέψη, τη δάγκωνα. Δεν ήταν όμως τόσο εύκολο.

Η βροχή δυνάμωσε, έγινε σχεδόν καταιγίδα.
Κι όλα θολά, μούσκεμα, λασπωμένα...

Πώς τα κατάφερα έτσι;

Γιατί πάντα να ελκύω προβληματικούς ανθρώπους;

Από πότε η ευγένεια, το χαμόγελο και η κοινωνικότητα έγιναν παρεξηγήσιμα;
Άσε δε το άλλο, που πρέπει να προσέχεις τι λες γιατί αν κάνεις μια φιλοφρόνηση στον άλλο, πάει το έδεσε κόμπο πως κάνατε σχέση και μετά θα σου ζητάει ''γάμο και πανηγύρια''
Τα μααα για έναν καφέ δέχτηκα εγώ ρε φίλε να πάμε να γνωριστούμε καλύτερα, δεν πιάνουν εδώ.
Άμα ο άλλος είναι ψυχασθενής και θεωρεί πως :
καφές = κρεβάτι (εντάξει, πάει στο διάολο μέχρι εδώ μεγάλα παιδιά είμαστε και δεν σου φαίνονται περίεργη αυτή η σκέψη) = έρωτας για πάντα (εεεε ;;;;) = αγάπη (καραμέλα την κάναμε, πάει την ξεφτιλίσαμε την λέξη) = υποσχέσεις για κοινά όνειρα (εδώ είναι που αρχίζεις να βαράς το κεφάλι σου στον τοίχο).
Τότε είναι που αρχίζεις να τρέχεις όσο πιο γρήγορα μπορείς.

Μου αρέσει η βροχή...
Δεν τη φοβήθηκα ποτέ μου.
Φοβήθηκα πολλές φορές, όμως, αυτούς που μου φώναζαν να γυρίσω πίσω, για να μου δώσουν μια ομπρέλα.

Εγκαίρως...

Πάλι τα θαλάσσωσα. Βιαστικός κι αφηρημένος όπως πάντα, ξέχασα,
ποιος ξέρει σε τι στέκια, προσφιλή μου πράγματα.
Μια ομπρέλα, ένα κινητό, ένα χάδι κι ένα φιλί.
Η ομπρέλα μου είχε χρώμα σταχτί. Λες κι ήταν πάνω της ένα σύννεφο.
(Την άνοιγα, συνήθως, μόλις τελείωνε η βροχή, αλλά αυτό αποτελεί
ευαίσθητο, προσωπικό μου δεδομένο).
Το κινητό μου έδειχνε μήνυμα, αλλά δεν είχα βρεί καιρό να το διαβάσω.
(Έτσι κι αλλιώς, δεν περιμένω την λύτρωση μέσω μηνύματος).
Το χάδι μου ήταν μελί. Σκούρο μελί, σαν την καρδιά της μέλισσας.
Το φύλαγα για εκείνο το αδέσποτο σκυλάκι που παραστέκει κάθε μέρα
στην πόρτα μου και με καλωσορίζει.
(Κι ο γείτονας παραστέκει με τη φόλα στην τσέπη του αλλά εγώ και
τ΄αδέσποτο μου περίπου αναγνωρίζουμε τις φόλες. Περίπου. Το τονίζω).
Α! Το φιλί! Το φιλί, ήταν ένα ενθύμιο.
Το είχα στείλει μια φορά -αφηρημένος πάντα και βιαστικός- σε λάθος
διεύθυνση.
Περιπλανήθηκε λιγάκι, αλλά γύρισε εγκαίρως πίσω.
(Το εγκαίρως δεν έχει καμιά σημασία στην περίπτωση μου).
Ένα ξεθωριασμένο, φιλί!
Μάλλον θα πρέπει στο εξής να γίνω πιο προσεχτικός.
Μάλλον θα πρέπει να μαζέψω ότι δεν ξέχασα εδω κι εκεί και να
κατασκευάσω μια σχεδία, που θα με οδηγήσει στη ακτή.
(Εγκαίρως. Θα ήταν το σωστό, να πει κανείς. Αλλά γιατί, αισθάνομαι
τόσο ανυπεράσπιστος μπροστά σ΄αυτή τη λέξη!)

Η κούραση πιο γρήγορη κι απ΄τη ζωή

Είναι γύρω στις εννέα το βράδυ, έχω γυρίσει στο σπίτι μου και έχω καθήσει στο γραφείο μου, μπροστά στον υπολογιστή για να συνεχίσω τη δουλειά μου. Δουλεύω συνήθως καθημερινά μέχρι και δέκα ώρες, αλλά σήμερα έχω ξεπεράσει τις δεκατρείς ώρες, σχεδόν αδιάκοπα.
Νιώθω εξαντλημένος.
Έβαλα ένα CD με ορχηστρική μουσική να παίζει, για να με χαλαρώσει.
Δυστυχώς όμως η μουσική είχε τα αντίθετα αποτελέσματα, κατάφερε να γίνει εκνευριστική και την έκλεισα. Η μουσική σε βοήθα μόνο όταν είσαι πλήρως δοσμένος στην δουλειά σου, όταν δεν την ακούς, όταν περιμένεις να σου έρθει η έμπνευση κάθε ήχος μπορεί να σου την σπάσει...
Η σιωπή που επικρατεί τώρα όμως δεν είναι καθόλου δημιουργική. Δεν είναι όπως η σιωπή της αυτοκατάδυσης. Αυτή είναι η σιωπή του εκνευρισμού, μια σιωπή διαλυτική, σαν να ψάχνεις με τις κεραίες σου ένα σταθμό και δεν καταφέρνεις να τον βρεις στην μικρή οθόνη του μυαλόυ σου.
Νιώθω τόσο άδειος και στείρος από κάθε έμπνευση.
Η παραγγελία του πελάτη δεν με γεμίζει, νιώθω ασφυκτικά γύρω μου τον κλοιό της βιοτεχνικής μονάδας που πρέπει να μελετήσω.
Το κεφάλι δεν συνεργάζεται πλέον με το χέρι.
Δεν θέλω να είμαι πάντα κουρασμένος, να μην προλαβαίνω ούτε να σκεφτώ. Όσο περνά ο καιρός γίνεται όλο και πιο τρομακτικό.
Τα μάτια μου κλείνουν από την κούραση, η ώρα περνά κι εγώ να βουλιάζω σταδιακά σε λήθαργο.
Πάω για ύπνο, εξαντλήθηκα...

καλό ταξίδι...

Ποιά θα είναι η ρότα μου;
Ειλικρινά δεν ξέρω. Το ταξίδι δύσκολο.
Αλλά στο κάτω κάτω, πάντα θα υπάρχει
ο πολικός αστέρας...