Περνά ο καιρός. Οι μέρες. Οι μήνες. Οι εποχές του χρόνου αλλάζουν διαδοχικά πουκάμισα.
Απ' το πρωί, λοπόν, αυτής της μέρας, είδα έξω τον ήλιο να λάμπει σκληρά. Έναν ουρανό καταγάλανο. Μια μέρα μ' άλλα λόγια ανοιξιάτικη, ενώ χθες ψιλόβρεχε κι έκανε ψύχρα.
Είπα να βγω.
Τόσες μέρες που βρίσκομαι σ' αυτή την πόλη ο καιρός είναι συνεχώς μουντός, συννεφιασμένος.
Και βγήκα.
Πραγματικά, έξω ο καιρός ήταν περίλαμπρος.
'' Πώς αντέχω τόσες μέρες μέσα σ' αυτό το νοσοκομείο; '' αναστέναξα.
Περπάτησα για λίγο μέσα στην πολυκοσμία των δρόμων κι ύστερα κατευθύνθηκα προς το πάρκο που βρίσκεται κοντά στο νοσοκομείο.
Το πάρκο ήταν όμορφο. Τα πρώτα καταπράσινα φύλλα των δέντρων χόρευαν απαλά από το ανεπαίσθητο αεράκι σκορπίζοντας το φως του ήλιου προς όλες τις κατευθύνσεις. Η ευωδιά των λουλουδιών, το απαλό χάδι της πρωινής αύρας και οι μικροί αντίλαλοι των μακρινών θορύβων έλεγαν συνεχώς το ίδιο πράγμα, πως η άνοιξη ήρθε.
Βρήκα ένα παγκάκι και κάθισα για να διαβάσω το βιβλίο που πήρα μαζί μου.
Μετά από λίγη ώρα το πάρκο γέμισε με κόσμο.
Είναι Κυριακή, οι άνθρωποι απολαμβάνουν την παρέα του άλλου στη λιακάδα, τα παιδιά παίζανε, γελάγαν και τα ζευγαράκια κρατιόντουσαν χέρι χέρι.
Όλοι όσοι βρίσκονταν γύρω μου ή πέρναγαν από μπροστά μου φαίνονταν ευτυχισμένοι καθένας με τον τρόπο του. Δεν μπορούσα να καταλάβω αν ήταν πράγματι. Πάντως έδειχναν ευτυχισμένοι γι' αυτό ένιωσα ένα κέντημα μοναξιάς μέσα μου, σαν να ήμουν ο μόνος εδώ που δεν συμμετείχε σ' αυτό το σκηνικό της ευτυχίας.
Άρχισα τότε να σκέφτομαι αν θα 'ρθει κάποια στιγμή, στην διάρκεια της ζωής μου, που θα ταυτιστώ με το σύμπαν, με την βαθύτερη πορεία της ζωής, που θα αυτοξεπεραστώ και τότε όπως λένε οι παίχτες στο καζίνο θα έχω πετύχει τζακ ποτ.
Θα 'χω βρει την ευτυχία.
Μέχρι τότε όμως, φοβάμαι πως θα πρέπει να περπατηθεί πολύς και μοναχικός δρόμος, μέσα σε πάρκα, σε ερήμους, δίπλα σε ακρογιαλιές. Ξέρω πως οι κορυφές της ευτυχίας είναι λίγες. Και πρόσκαιρες. Ο δρόμος που οδηγεί σ' αυτές, όμως, πόσο ατελείωτα μακρύς μου φαίνεται ...
Το φως του ήλιου δυνάμωσε περισσότερο κι έγινε πιο καθαρό. Ο ουρανός γαλανός με μια γραμμή μόνο από άσπρα σύννεφα σαν διστακτική πινελιά. Ένα σμάρι πουλιά κάθισε στα κλαδιά και πέταξε ξανά, σχεδόν αμέσως.
Έκλεισα τα μάτια μου για μια στιγμή, πήρα μια βαθιά ανάσα κι ύστερα συγκεντρώθηκα στο βιβλίο μου.
Λίγη ώρα μετά κοίταξα γύρω μου και διαπίστωσα πως κάποιος είχε καθήσει δίπλα μου στο παγκάκι. Είδα έναν ηλικιωμένο άντρα να διαβάζει το βιβλίο του.
Δεν ξέρω γιατί, αλλά ένιωσα, σαν η μοίρα να μου έδειχνε, εκείνη τη στιγμή οπτικά, μια σκηνή από το δικό μου μέλλον. Ξαφνικά, ένιωσα την ψυχή μου να βουλιάζει σ' ένα θολό βούρκο μοναξιάς και τίποτα δεν ήρθε στη θέση της να γεμίσει το κενό. Ένιωσα πως δεν υπάρχει κάποιος στη ζωή μου για να με βγάλει απ' αυτόν τον παγωμένο βούρκο, να με τυλίξει σε κουβέρτες και να με βάλει σε σίγουρο ζεστό κρεβάτι.
Κατάλαβα τότε πως ήρθε η ώρα να σηκωθώ να φύγω απ' αυτό το σκηνικό.
Βγαίνοντας από το πάρκο σήκωσα το βλέμμα μου ψηλά. Ο ουρανός ψηλός κι απέραντος. Είχε ένα γαλάζιο χρώμα να σου πονάει τα μάτια. Πόσο γαλάζιος ήταν. Πόσο αλαζονικά γαλάζιος.
Αναρωτήθηκα τότε αν άραγε θα βρεθεί ποτέ κάποιος στη ζωή μου να στεριώσει μ' ένα καρφί το γαλάζιο τ' ουρανού πάνω στο κάδρο του ορίζοντα μου. Του ορίζοντα μας ...
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου