Μ 'ενα ζευγάρι φτερά...

Όταν βγαίνει ένας τεράστιος λαμπερός ήλιος, όταν το πρωινό χρωματίζεται με το γαλάζιο
τ' ουρανού, όταν η σιωπή σου παίζει φυσαρμόνικα και η μέρα σε καλωσορίζει, τότε είναι κρίμα να μην ζήσεις την ομορφιά όπως σου προσφέρεται σήμερα.
Έτσι κι εγώ τηλεφώνησα σ' έναν φίλο μου και του πρότεινα ν' αποδράσουμε, να ξεφύγουμε αυτό το σαββατοκύριακο. Δέχτηκε. Μπήκα στο αυτοκίνητο μου, πέρασα πήρα και τον φίλο μου απο το σπίτι του και ξεκινήσαμε το ταξίδι μας.

Φτάσαμε σ' ενα μικρό χωριό σκαρφαλωμένο πάνω σε μια υπέροχη πλαγιά με θέα τον Όλυμπο και το γαλάζιο της θάλασσας του Θερμαϊκού κόλπου. Τον Παλαιό Παντελεήμονα.
Ένα τοπίο πανέμορφο. Ένα χωριουδάκι τέλεια εναρμονισμένο με την φύση. Όλο το χωριό είναι ένα εξαιρετικό δείγμα παραδοσιακής μακεδονικής αρχιτεκτονικής αποτελούμενο από πέτρινα σπίτια με κεραμοσκεπές και μπαλκόνια ξύλινα, όμορφα πλακόστρωτα δρομάκια που οδηγούν σε καταπράσινες αυλές, από μικρά καταστήματα με παραδοσιακά προϊόντα, ξενώνες, καφέ και ταβέρνες με τοπική κουζίνα.

Ένα σκηνικό βγαλμένο από ταινία...




















Ένα πανηγύρι ομορφιάς που σε οδηγεί σε συνάντηση με την ψυχή σου.
Ένα τοπίο που σε καλεί ν' ανοίξεις όλες τις χαραμάδες της ψυχής σου και να πλημμυρίσει μέσα σου όλη η ομορφιά, όλο το φως ...
Αυτό το σαββατοκύριακο που πέρασε ξέφυγα για λίγο απο τη σκιά μου.
Φόρεσα δυο φτερά στους ώμους μου και πέταξα ελεύθερα σε τοπία της ψυχής μου ...

Για μια μικρή κίβδηλη στιγμή ευτυχίας...

Σάββατο, περασμένα μεσάνυχτα. Βρίσκομαι σε γνωστό bar με την παρέα μου. Κόσμος πολύς, δυνατή μουσική, ποτά, βλέμματα, χαμόγελα, μιζέρια, πλήξη...
Νιώθω πως βρίσκομαι λαθραία εκεί, χωρίς εισιτήριο,
πως όλο αυτό το πανηγύρι δε μ' αφορά, δε μ' αγγίζει.
Το παλεύω όμως, κυρίως για χάρη της παρέας μου φορώντας το πιο πλατύ θεατρικό μου χαμόγελο.

Η ώρα περνά γρήγορα, μέχρι τη στιγμή που νιώθω κάποιον να μου χτυπά τον ώμο. Γυρνώ και αντικρύζω μια παλιά μου γνωστή, μια παλιά μου '' αγάπη''.
Δυο μάτια καστανά σε μαύρη κορνίζα με κοιτούσαν μ' εκείνη την έκπληξη και τη χαρά που είχαν πάντα όταν μ' αντίκρυζαν. Έπεσε πάνω μου και με φίλησε. Είχα να τον δω περισσότερα από δύο χρόνια. Χάρηκα που ήρθε και με βρήκε, σοκαρισμένος όμως με το αναπάντεχο της παρουσίας του. Ένιωσα σαν τον ηθοποιό που ανέβηκε στην σκηνή χωρίς να μάθει καλά το ρόλο του, ξεχνά τα λόγια του και προσπαθεί να συνεχίσει μετά το χαστούκι που του δίνει ο συμπρωταγωνιστής του.

Το αρχικό σοκ όμως έδωσε γρήγορα τη θέση του στη χαρά. Ήταν τόση η χαρά μου που τον ξαναείδα που το μυαλό μου δεν κατατριβόταν με λεπτομέρειες, γιατί ήρθε να με βρεί, τι ήθελε, τι έκρυβε αυτή η κίνηση του. Μου αρκούσε που κοίταγα τα δυο του φωτεινά μάτια να λάμπουν πίσω από τα μυωπικά του γυαλιά. Πάντα ασκούσαν πάνω μου μια ιδιαίτερη γοητεία άντρες που φοράνε γυαλιά οράσεως.

Η βραδιά συνέχισε να κυλά ευχάριστα, με το τέλος της σχεδόν προδιαγεγραμμένο.

Δεν χρειάστηκε κανείς μας να μεταχειριστεί όλα εκείνα τα παλιά αντικλείδια που άνοιγαν τις πιο μυστικές πόρτες μας και έκαναν να παραδοθούμε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου.
Δυο εραστές, έστω και πρώην, έχουν τον δικό τους κώδικα συμπεριφοράς που τους μοντάρει από ένα σημείο και μετά μονάχος του, σαν Η/Υ. Φτάνει να πατήσεις το κουμπί και να σου βγει στην οθόνη το πρόγραμμα από μόνο του. Στην μικρή οθόνη του μυαλού μας έδειχνε sex.

Με αργό βηματισμό, ο ένας δίπλα στον άλλο ξεκινήσαμε με τα βήματα να μας οδηγούν σταθερά σ' ένα γνώριμο δρόμο. Όδος Αβύσσου, αριθμός μηδέν.

Κάθησε στο διπλό κρεβάτι με τα λευκά σεντόνια και άρχισε σιγά, σιγά να γδύνεται, προσκαλώντας με έμμεσα στο κρεβάτι. Μια πρόσκληση μαζί και πρόκληση στο παλιό μας πάθος. Εγώ όρθιος σε μια γωνιά του δωματίου, τον χαζεύω. Το σώμα του μου είχε γίνει κάποτε θυμάμαι, χειρότερο κι από εμμόνη. Μόλις τον έβλεπα γυμνό, με έπιανε ένα είδος ερωτικού αμόκ, τον ήθελα αφάνταστα. Είχε μια αυθάδεια το σώμα του, δική του, που δεν συμπορεύονταν με το γλυκό του πρόσωπο. Το πρόσωπο του μπορούσε να μιλάει για άλλα πράγματα, το σώμα του μου έλεγε σε '' θέλω''. Κι εγώ τον έπερνα μέσα στην αγκαλιά μου και γινόμασταν οι δυο μας ένας πύραυλος που εκτοξευόταν στον ουρανό. Σ' ένα διάστημα γεμάτο γαλαξίες. Πόσο τα είχα λατρέψει τότε αυτά τα διαστημικά μας ταξίδια.

Σε λίγο με πλησίασε κι άρχισε να μου ανοίγει αργά τα κουμπιά του πουκαμίσου μου, με φίλησε τρυφερά στο λαιμό και μου είπε :
Το ξέρεις ότι φοράμε, το ίδιο άρωμα ;
Στο κορμί, όχι στην ψυχή απάντησα.

Σύντομα βρεθήκαμε αντικρυστά στο κρεβάτι, κι όλα φαινόταν να ξετυλίγονται σύμφωνα με το παλιό εκείνο σενάριο που έγραψε το πάθος μας. Δοθήκαμε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου, ανταλλάσσοντας φράσεις που λέγαμε τότε, σαν να ξεκρεμούσαμε απ' την ντουλάπα ρούχα παλιά. Η έκρηξη που περιμέναμε δεν έγινε, ο πύραυλος δεν εκτοξεύτηκε, μείναμε στην επιφάνεια της γης, μερικά μέτρα πιο πάνω απ' τον αδυσώπυτο νόμο της γήινης ατμόσφαιρας.
Σκέφτηκα πως αυτό ίσως να συνέβη γιατί ήταν η πρώτη φορά μετά από αρκετό καιρό.
Δυο κορμιά που ερωτεύτηκαν έντονα, είναι επόμενο είπα να πάθουν σοκ την ''πρώτη φορά''. Μα το ίδιο συνέβη και την επόμενη φορά. Τελικά τίποτε δεν θύμιζε εκείνη τη δίδυμη φλόγα που πυρπολούσε το σύμπαν και οι σπίθες της ήταν πυροτεχνήματα σ' ένα σκοτεινό ουρανό. Όλα έγιναν σ' έναν κανονικό ρυθμό, φυσιολογικό, χωρίς καμιά έκπληξη.

Μόνο που ο έρωτας, δεν είναι αυτός που νομίζουμε. Δεν πυρπολείται με τη φωτιά του κορμιού. Το κορμί είναι σκεύος, εργαλείο, με μια δύναμη ίσως πιο μεγάλη κι από μας τους ίδιους, αφού να, τα ίδια σώματα, τα δικά μας, δεν αγγίζουν το παλιό μας πάθος, δεν είμαστε ολυμπιονίκες του έρωτα, αλλά πλάσματα σαν τους περισσότερους, προσγειωμένα στη γη, που κάνουμε κι αυτή τη λειτουργία από ανάγκη.

Το φως έσβησε γρήγορα, κι άχρωμη σιωπή απλώθηκε στο δωμάτιο. Κ ι εγώ εκεί μέσα στο σκοτάδι, σε λάθος δωμάτιο, με λάθος άνθρωπο, σε λάθος στιγμή της ζωής μου. Οι ώρες που ακολούθησαν κύλησαν βασανιστηκα αργά, με μοναδικό θόρυβο ν' ακούγεται αυτόν της ανάσας του καθώς κοιμόταν πάνω στο στήθος μου. Προσκέφαλο για ύπνο γαλήνιο;
Κι εγώ αθόρυβα εκεί μέσα στο σκοτάδι ν' αγγίζω τις άκρες των μαλλιών του, φοβούμενος μήπως τον τρομάξουν οι χτύποι της καρδιάς μου. Άραγε να τους ακούει, κι αν ναι τι να του λένε. Μάλλον τίποτα.

Για πρώτη φορά, τόσο έντονα, τότε κατάλαβα πόσο εξαρτημένος ήμουν τελικά από την ''αγάπη'' του άλλου, για να νιώθω την αγάπη.
Πόσο αδικούσα τον ευατό μου, με το να τον υποβιβάζω μόνο στο επίπεδο της σάρκας.
Πιστέυω πως έχω δυνάμεις μέσα αυτοπυροδοτούμενες να ξεφύγω από τέτοιες καταστάσεις απλά τις έχω στραπατσάρει.
Ξέρω πως σ' αυτές τις αδηφάγες σχέσεις των ανθρώπων, όταν έχουν να κάνουν με το sex γίνονται κανιβαλικές κι εγώ δεν θέλω να γίνομαι λοφίο στο κεφάλι κανενός κανίβαλου.
Δεν θέλω να μοιάζει ο έρωτας, σαν αυτόματο πλυντήριο που γυρίζει, κι όταν πατήσεις το κουμπί, ξεπλένει τα ρούχα και τα στεγνώνει. Αυτό όμως είναι ένα καθάρισμα τυποποιημένο, μηχανικό. Εγώ θέλω το ρούχο να μυρίζει μ' εκείνο το άρωμα που έχει το χέρι, της αγάπης, όταν το πλένει και το στεγνώνει στου ήλιου το φως.

Μεγαλώνω και δεν αντέχω να μοιράζω τον ευατό μου σαν αντίδωρο στο εκκλησίασμα. Δεν αντέχω να με σκορπίζω έτσι, να αποζητώ αγκαλιές ελιξήρια.

Δεν κοιμήθηκα καθόλου το υπόλοιπο βράδυ, έπαιζα κρυφτό με τον ίσκιο της μοναξιάς μου περιμένοντας λυτρωτικά να 'ρθει τ' αστέρι της αυγής εξακολουθώντας να έχω μέσα στη αγκαλιά μου, πάνω στο στήθος μου ακουμπισμένο ένα αποφόρι αγάπης που το έριξα πάνω μου βιαστικά, ξεγελώντας για λίγο την ψυχή μου τάχα πως της ταιριάζει.
Κι αυτός ο ήλιος πόσο πεισματικά αργούσε να βγει, να φωτίσει σκιές, αυταπάτες, στιγμές πάνω σε σεντόνια λευκά.

Ξέρω πως η ζωή δεν αλλάζει με ανακοινώσεις, όμως αυτό θέλω να πιστεύω πως ήταν το τελευταίο βράδυ που στόλισα την μοναξιά μου με ψεύτικα στολίδια και την είπα ευτυχία...

Ονειρεύομαι, άρα υπάρχω...

Απο μικρό παιδί κάνω όνειρα.
Τα πρώτα μου όνειρα είχαν το χρώμα της θάλασσας, ήταν όνειρα πελαγίσια, καραβίσια, γεμάτα βότσαλα. Μεγάλωσα κοντά στη θάλασσα και έμαθα τα όνειρα μου να τα κάνω δίπλα στο κύμα, κάτω από τις φτερούγες των γλάρων. Τα παιδικά μου όνειρα ήτανε χάρτινα σαν τα καραβάκια που ζήταγα πάντα μου φτιάχνουν. Τα καραβάκια εκείνα που τα ζωγράφιζα με έντονα χρώματα, τα φόρτωνα με τ' όνειρο και τα άφηνα πάνω στο κύμα να ταξιδεύουν. Κάποια από αυτά κατορθώνανε και χάνονταν στ' ανοιχτά, άλλα τα γύριζε ο βοριάς πίσω και κάποια τα έπνιγε το κύμα.

Όνειρα γλυκά, σαν παγωτό που λιώνει στο χωνάκι, όνειρα γεμάτα με μουσική σαν το ραδιοκασετοφωνάκι μου, όνειρα που έπιανες στα μεσαία ή στα βραχέα κύματα, όνειρα FM, όνειρα μεγάλα σαν αλάνα για να τρέχω με το ποδήλατο, όνειρα που γίναν μπροστά στο μαύρο πίνακα κι όνειρα σκαρφαλωμένα πάνω στο δέντρο συντροφιά με ένα βιβλίο.

Μπαίνοντας στην εφηβεία συνέχισα να ονειρεύομαι, άλλαζε μονάχα το χρώμα και το σχήμα των ονείρων μου ανάλογα με την διάθεση μου.

Όνειρα μαθητικά, όνειρα πορνό, αυνανιστικά που τα λένε ονειρώξεις, όνειρα καρδιοχτύπια για τον πρώτο έρωτα, όνειρα γεμάτα μπογιές πάνω σε καβαλέτα, όνειρα ποπ κορν μέσα σε σινεμά, όνειρα εύθικτα που το παραμικρό μπορούσε να τα διαλύσει, όνειρα μεθυσμένα μέσα σε club κι όνειρα μεταναστευτικά.

Μεγαλώνοντας περισσότερο, ενήλικας πια, εξακολούθησα να κάνω όνειρα, τα πιο φωτεινά μου και τα πιο χαρούμενα.

Όνειρα φοιτητικά, αμφιθεατρικά, όνειρα ριζίτικα που σ' οδηγούν σε τόπους μακρινούς, όνειρα πυροτεχνήματα, όνειρα γιγαντοαφίσες, όνειρα ρομάντζα σε συνέχειες, όνειρα ερωτικά κάτω από δίδυμα φεγγάρια, όνειρα δροσιστικά με τη σκιά που χαρίζουν, όνειρα στις σκοπιές ντυμένα με τη στολή του ναύτη κι όνειρα γνήσια, αυθεντικά σαν αυτά που τα πωλούν τις Κυριακές στο Μοναστηράκι.

Τώρα πια τα όνειρα μου είναι ασπρόμαυρα σε μικρά επεισόδια και καθορισμένα απόλυτα από τις εκάστοτε ανάγκες μου.

Όνειρα αρχιτεκτονικά, όνειρα μπαρόκ, όνειρα με σχήματα γεωμετρικά, όνειρα τεχνητών παραδείσων, όνειρα τετράτροχα, όνειρα κοινόχρηστα που τα πληρώνεις κάθε μήνα, όνειρα λογαριασμοί, αριθμημένα, όνειρα visa, πλαστικά κι όνειρα καταναλωτικά που το πρωί πετάς, στον κάδο τα απορρίματα τους.

Όνειρα που σου πριονίζουν τον εγκέφαλο, όνειρα εποχικά, βροχερά, όνειρα άοσμα και παρακατιανά κι άλλα όνειρα της πλήξης. Όνειρα ανώνυμα, όνειρα επιβητορικά κι άλλα που κρατούν μια βραδιά ''σβήνουνε πριν ξημερώσει'' κι άλλα που ζητάνε το φως του ήλιου για να υπάρξουν, όνειρα τσέπης.

Όνειρα που καίγονται σαν τα ξερά κλαδιά κι άλλα που δεν ανάβουν με τίποτα.Όνειρα του νόστου, όνειρα παρήγορα, όνειρα ελπιδοφόρα, αγάπανθα, όνειρα αγάπης και μοναξιάς, όνειρα...

Τα όνειρα είναι μια ουσία ζωής, η πρώτη που σε κρατά σε εγρήγορση στην τόσο πεζή και γεμάτη έγνοιες καθημερινότητα σου. Τα όνειρα ίσως να φαντάζουν σαν τη μόνη διέξοδο απ' το αδιέξοδο της ζωής. Αρκεί βέβαια να έχεις σημαδεύσει καλά την έξοδο από αυτά, αλλιώς χάνεσαι μέσα σ' έναν ονειρικό κόσμο, γιατί και τα όνειρα προδίδουν και παραπλανούν.
Όμως, δεν γίνεται να ζούμε δίχως όνειρα. Δεν έχει ουσία, νόημα.

Τι θα ήταν η ζωή μας δίχως όνειρα;

Ένα ταξίδι με καραβάκι μέσα στο πέλαγος, δίχως τ' όνειρο πως κάποιο λιμάνι είναι κοντά μας και στην προβλήτα μας περιμένει ένα πρόσωπο αγαπημένο.

Κι αν τ' όνειρο μας αποδειχθεί μικρό και δεν καταφέρει να μας φτάσει σε κάποιο λιμάνι;

Ίσως και τα όνειρα να θέλουν χώρο και χρόνο για ν' αναπτυχθούν. Έχουν ανάγκη αέρα.

Μα κι αν αργήσουν πολύ να μεγαλώσουν, κι αν χάσουμε πολλά πρωινά κι ανατολές στη ζωή μας περιμένοντας τα;

Πάντα θα υπάρχουν τ' απογεύματα, πάντα θα υπάρχουν τα δειλινά όπου ο ήλιος σκορπίζεται και χαρίζεται στα κύματα. Εμείς εκει μεσοπέλαγα, καθισμένοι στη κουβέρτα με τον πολικό αστέρα πάνω μας θα περιμένουμε να δούμε φωταφωγημένο το δικό μας λιμάνι, να μας καλωσορίζει.

Δεν έχω όνειρα σημαίνει πως δεν ζω, έχω όνειρα σημαίνει πως υπάρχω. Κι αν η ζωή μας γεμίζει πληγές, ένα όνειρο είναι πάντα το καλύτερο φάρμακο. Ομοιοπαθητικό.

Ας ονειρευόμαστε!
Τα όνειρα μας είμαστε εμείς, εσύ κι εγώ...